Vat. gr. 1422 - Transcription

transcribed by

Sebastiano Panteghini

FWF Project 32988

Available under the Creative Commons ShareAlike 4.0 International License

2020-07-02

The content of the manuscript is:

  • fols. 1r-24v: Prolegomena
  • fols. 25r-242v: Psalmcatena
  • fols. 258v-259r: Odescatena

Physical description of the manuscript:

Form: codex

Material: parchment

Extent: 390 x 300 mm

  • Fols. 1r-24v are written in two columns. The liniature type of fols 1r-24v is 32D2.
  • Fols. 25r-242v are written as bordercatena. Liniature: 18 vertical lines for the bible verses; 64 vertical lines for the catena.
  • Fols. 258v-259r contain a textcatena.

Decoration: Contains coloured capitals and decoration.

Written in the 10th or 11th century.

Bibliography

Richard, Marcel, Asterii Sophistae Commentariorum in Psalmos quae supersunt. Accedunt aliquot homiliae anonymae, Osloae 1956, 249-273 (= Symbolae Osloenses Fasc. Supplet. 16).

de Montfaucon, Bernard, Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου ἀρχιεπ. Ἀλεξανδρείας τὰ εὑρισκόμενα πάντα. Sancti Patris nostri Athanasii archiep. Alexandrini opera omnia quæ extant vel quæ ejus nomine circumferuntur. 1.2, Paris 1698, 1009-1239.

de Montfaucon, Bernard, Collectio nova Patrum et Scriptorum Græcorum, Eusebii Cæsariensis. Athanasii, & Cosmæ Ægyptii. 2, Paris 1706, 63-101. Reprint in: Migne, Jean-Paul, PG 27:60-546, Paris, 1857.

Maurists, N.N., Homiliae super Psalmos., Paris 1857, 209-494 (= PG 29).

Aubert, Jean, Cyrilli Alexandriæ archiepiscopi opera in VI. tomos tributa. 1, Paris 1638. Reprint in: Migne, Jean-Paul, PG 69:717-1273, Paris 1864.

Olivier, Jean-Marie, Diodori Tarsensis Commentarii in Psalmos. 1. Commentarii in Psalmos I–L quorum editionem principem curavit J.-M. Olivier, Turnhout / Leuven 1980 (= Corpus Christianorum, Series Graeca 6).

Mühlenberg, Ekkehard, Psalmenkommentare aus der Katenenüberlieferung. 1, Berlin / New York 1975, 121-375 (= Patristische Texte und Studien 15).

Bandt, Cordula, Eusebius, Periochae, in: Bandt, Cordula, Risch, Franz Xaver, Villani, Barbara, Die Prologtexte zu den Psalmen von Origenes und Eusebius., Berlin / Boston 2019, 128-140 (= Texte und Untersuchungen zur Geschichte der altchristlichen Literatur 183).

Villani, Barbara, Eusebii fragmenta in Psalmos 1-50, forthcoming, 72-441 (= PG 23).

Dorival, Gilles, Fragments of Uncertain Origin from Cod. Vat. gr. 1422. Les chaînes exégétiques grecques sur les Psaumes. Contribution a l’étude d’une forme littéraire. 4, Leuven 1995 (= Spicilegium Sacrum Lovaniense 46).

Antonelli, Niccolò M., Τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Ἀθανασίου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρίας Ἑρμηνεία τῶν Ψαλμῶν ἢ Περὶ ἐπιγραφῆς Ψαλμῶν· Sancti Patris nostri Athanasii archiepiscopi Alexandriæ Interpretatio Psalmorum sive De titulis Psalmorum, Rome 1746. Reprint in: Migne, Jean-Paul, PG 27:649–1344, Paris, 1857

Jacić, Vatroslav, Supplementum Psalterii Bononiensis. Incerti auctoris explanatio Psalmorum Graeca ad fidem codicum, Vindobonae 1917.

Cordier, Balthasar, Expositio Patrum Græcorum in Psalmos. Codicibus ἀνεκδότοις concinnata; in Paraphrasin, Commentarium & Catenam digesta. Latinitate donata. 3 vols., Antwerp 1643-1646. Reprint in: Migne, Jean-Paul, PG 93:1180–1340, Paris

Delarue, Charles Vincent, Ὠριγένους τὰ εὑρισκόμενα πάντα. Origenis opera omnia quæ græce vel latine tantum exstant et ejus nomine circumferuntur, Ex Variis Editionibus, & Codicibus manu exaratis. 2., Paris 1733. Reprint in: Migne, Jean Paul, PG:12 1053–1685, Paris, 1857

Pitra, Jean-Baptiste, Analecta Sacra Spicilegio Solesmensi parata. 2., 1884 (= Patres antenicaeni, typis Tusculanis).

Pitra, Jean-Baptiste, Analecta Sacra Spicilegio Solesmensi parata. 3., Veneto 1883 (= Patres antenicaeni; e typographeo Veneto).

Schulze, Johann Ludwig, Τοῦ μακαρίου Θεοδωρήτου εἰς τοὺς Ψαλμοὺς Ἑρμηνεία. B. Theodoreti Interpretatio Psalmorum. Ex recensione Iac. Sirmondi graece et latine seorsim edidit, Graeca e codicibus locupletavit, versionem Latinam recognovit, et variantes lectiones adiecit, Halle 1769. Reprint in: Migne, Jean-Paul, PG 80:857–1997, Paris, 1860

The following glyphs are marked in the transcription:

GREEK PUNCTUATION THREE DOTS

LINKING SIGN ONE

LINKING SIGN TWO

LINKING SIGN THREE

LINKING SIGN FOUR

LINKING SIGN FIVE

LINKING SIGN SIX

LINKING SIGN SEVEN

LINKING SIGN EIGHT

LINKING SIGN NINE

HORIZONTAL LINE

Abbreviation for καὶ

Abbreviation for δέ

DIVISION SIGN ONE

DIVISION SIGN TWO

DIVISION SIGN THREE

The punctuation has been simplified. Only codepoints 0387 (hex) "GREEK ANO TELEIA", 00B7 (hex) "MIDDLE DOT", 2022 (hex) "BULLET", 205D (hex) "TRICOLON" and 003A (hex) "COLON" are used in the transcription.

"Auszeichnungsmajuskeln" are ignored.

(25r)

[middle of the page] [header]
(1) ΒίΒΛΟΣ ΨΑΛΜῶΝ·
(2) ΨΑΛΜὸΣ ΠΡῶΤΟΣ⁝
[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 1,1a]
(1) Μακάριος ἀνὴρ. ὃς οὐκ ἐπορεύ
(2) θη ἐν βουλῆι (βουλῇ) ἀσεβῶν•
[margin top right side]
(1) [hypopsalmos] |LINKING SIGN EIGHT| Α´ Β´ ἀλληλούϊα· [perioche] |LINKING SIGN EIGHT| προτροπὴ θεοσεβείας (καὶ) ἀποτροπὴ τοῦ ἐναντί〈〈ου〉〉 |GREEK PUNCTUATION THREE DOTS| [= Eusebius, Perioche in Ps 1 (Bandt) - quotation]
[margin top left side] [hypothesis]
(1) ὑποθ(εσις) (ὑπόθεσις) τοῦ α´ ψαλμ(οῦ)

[main text] [hypothesis]

(1) Οὗτος ὁ ψαλμὸς· προτροπὴν θεοσεβείας ἔχει καὶ ἀποτροπὴν ἀσεβείας· [= Eusebius, Perioche in Ps 1 (Bandt) - paraphrase] μακαριστέον δὲ κϋρίως· τῷ πρώτως
(2) τὸ ἀληθῶς· τοῦτο δέ ἐστι τὸ ἀγαθὸν δηλονότι τὸ θεῖον•
[= Basilius, hom. in Ps 1 (PG 29, 216 B5–7 in Ps 1,1a) - paraphrase] ὄργανον ὅπερ (καὶ) ναύλα καλεῖται παρεβραίοις (παρ᾿ ἑβραίοις)· παρέλλησι παρ᾿ ἕλλησι (δὲ)
(3) ψαλτήριον· ὅπερ μόνον ὀργάν(ων) μουσικῶν ὀρθότατ(ον) εἶναι· οὐδὲν ἔχον ἐπικαμπὲς ἢ σκολιὸν· ἵνα ἡμεῖς τὰ ἄνω ζητ(ῶ)μ(εν) |GREEK PUNCTUATION THREE DOTS|
[= fons ignotus (ed. Dorival IV 366)]
[main text] [commentary]
(1) Βασιλ(είου)
(2) Καππαδ(οκίας)
(4) ἀλληλούϊα• αἰνεῖτε τὸν ὄντα ἤτοι τὸν θν (θεὸν)· τὸ γ(ὰρ) ἀλληλοῦ· αἰνεῖτε τὸν ὄντα σημ(νὸν)· τὸ δὲ ϊα· τὸν θν (θεόν)• [= fons ignotus (ed. Dorival IV 367)] ὡς δὲ μέλλων
(5) πολλὰ διδάσκειν ἐπίπονα προ [... (5 character(s) left intentionally blank)] παραμυθεῖται τῶ μακαρίω (τῷ μακαρίῳ) τέλει τὰ δυσχερῆ· ταύτην ἀσφαλῆ κρηπίδα τοῦ
(6) λόγου καταβαλλόμενο(ς)· κυρί(ως) μὲν οὖν μακαριστὸν τὸ ἀγαθὸν· (καὶ) ὁ θς (θεὸς)· οὗ πάντα ἐφίεται· ὅπερ ἀγνοοῦντες τινὲς πε(ρὶ) τὰ κοσμικὰ
(7) κ(α)(τα)γίνονται· ὧν οὐδέν ἐστιν ἀγαθὸν τῆ (τῇ) ἑαυτοῦ φυ(σει) (φύσει)· ἅτε δὴ τρεπτὸν (καὶ) τοὺς αὐτὸ κεκτημέν(ους) ἀγαθοὺς μὴ ποιοῦν· μακάριο(ς) οὖν
(8) ὁ τὰ ὄντως ὄντα ποθῶν· ἀνὴρ δὲ φήσας· οὐκαπέκλεισε (οὐκ ἀπέκλεισε) τοῦ μακαρισμοῦ τὰς γυναῖκας· – ὧν γὰρ ἡ φύσις κοινὴ· (καὶ) τὰ
(9) ἔργα (καὶ) ὁ μισθὸς· – διὰ δὲ τοῦ ἡγεμονικωτέρου τὴν κοινὴν ἐδήλωσε φυ(σιν) (φύσιν)· διδάσκει (δὲ)· (καὶ) πῶς ἐπιγνωσόμεθα· τὸν μακαρισμ(ὸν)
(10) ἐπαγαγὼν· ὃς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλὴ 〈βουλῇ〉 ἀσεβῶν· οὐκ εἶπεν πεπόρευται· ὁ μὲν γ(ὰρ) ἐν τῶ βίω (τῷ βίῳ) τυγχάνων· οὔπω μακαριστὸ(ς)· διὰ τὸ
(11) ἄδηλον τῆς ἐκβάσεως· ὁ (δὲ) τῶ (τῷ) τοιούτ(ω) (τοιούτῳ) τέλει καθορμισθεὶς ἀσφαλῶς μακαρίζεται· πῶς οὖν μακάριοι οἱ πορευόμενοι
(12) ἐν νόμ(ω) (νόμῳ) κυ (κυρίου)· (;)
[Ps 118,1c.d] κατὰυτὸ (κατ᾿αὐτὸ) δηλαδὴ τὸ ἔργον· ἀλλ᾿οὐχ ὁ πρὸ(ς) ἅπαξ ἢ
(13) δεύτερ(ον) φυγὸν 〈φυγῶν〉 τὸ κακ(ὸν) ἐπαινετός•
[= Basilius, hom. in Ps 1 (PG 29, 213 C13–217 B8 in Ps 1,1a) - paraphrase-abbreviated] ἀλλω(ς) 〈ἄλλως〉 τοῦ αὐτ(οῦ)Μακαρι
(14) στέον γ(ὰρ) ἀληθῶς οὐ τὸ μετέχον ἀρετῆς [... (5 character(s) left intentionally blank)] φεύγων τὸ κακ(ὸν·) 〈κακόν·〉 οὕ
(15) τω γὰρ ἂν κυρί(ως) ἀπέχεσθαι λέγοιτο· οὐ γ(ὰρ) καθάπαξ τὸν μὴ πο
(16) ρευθέντα ἐν βουλῆ (βουλῇ) ἀσεβῶν· (καὶ) ἐν ὁδῶ (ὁδῷ) ἁμαρτωλῶν μὴ στάν(τα)
(17) (καὶ) ἐπὶ καθέδραν λοιμ(ῶν) μὴ καθίσαντα μακαρίζει· ἀλλὰ τὸν τ〈〈ού〉〉
(18) των ἀπεσχήμεν(ον)· τῶι (τῷ) ἔχοντι τὸ θέλημα αὐτοῦ ἐν τῶι (τῷ) νόμω (νόμῳ) κυ (κυρίου)·
[= Basilius, hom. in Ps 1 (PG 29, 217 A15–B8 in Ps 1,1a) (ed. Dorival IV 367) - paraphrase]
(19) διατί (διὰ τί) οὖν μνησθεὶς ἀνδρὸς τὰς γυναῖκας παρεσιώπησεν·;
(20) ὅτι μιᾶς οὔσης τῆς φύ(σεως)· ἀρκεῖν ἡγήσατο ἐκ τοῦ ἡγεμονικ(ω)τέρ(ου)
(21) τὸ ὅλον ἐνδείξασθαι·
[= Basilius, hom. in Ps 1 (PG 29, 216 D1–217 A7 in Ps 1,1a) - paraphrase-abbreviated] μακαρίζει δὲ ἄνδρα· τὸν μὴ συντρέ
(22) χοντα γνώμη (γνώμῃ) ἀσεβῶν· ὡς μὴ πορευόμενον αὐτοῖς· τὰ ἐ
(23) ναντία βουλεύεσθαι τῶν ἐκείνοις φίλων•
[= fons ignotus in Ps 1,1a (ed. Dorival IV 367)] Ὡρ(ι)γ(ένους) Ἀλλὰ πῶς
(24) ἐν ἀναιρέσει κακ(ῶν) ὁ μακαρισμό(ς)· (;) κοινὸν γ(ὰρ) καὶ τῶν ἀψύχων καὶ
(25) τῶν ἀλόγων ἡ τῶν κακ(ῶν) ἀποχή· διὰ τοῦτο τοίνυν ἐπήγαγεν·
(26) ἀλλ᾿ ἢ ἐν τῶ νόμω (τῷ νόμῳ) κυ (κυρίου) τὸ θέλημα αὐτοῦ· τοῦτο γ(ὰρ) μόνου πέφυ
(27) κε λογικοῦ· ἀλλὰ καὶ τῆς τ(ῶν) καλῶν ἀναλήψεως κατάρχη 〈καταρχὴ〉 τ(ῶν)
(28) κακ(ῶν) ἡ φυγή· ἔκκλινον γ(ὰρ) φη(σὶν) ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν· [Ps 33,15a; 36,27a]
[= Basilius, hom. in Ps 1 (PG 29, 217 B9–C5 in Ps 1,1a) - paraphrase-abbreviated]
(29) ὡς γὰρ ἐπικλίμακο(ς) (ἐπὶ κλίμακος) πρώτη ἀνάβασις ἡ τῆς γῆς ἀναχώρησις· οὕτως ἐπὶ τῆς κατὰ θν (θεὸν) πολιτείας ἀρχὴ προκοπῆς ὁ χωρισμὸ(ς)
(30) τοῦ κακοῦ· ἀλλὰ καὶ πᾶσα πράξεως ἀργία τῆς ἐνεργείας εὐμαρεστέρα· ὁποῖον τὸ οὐ μοιχεύσεις· [Ex 20,13; Mt 5,27; 19,18] οὐ πορνεύσεις (καὶ) τὰ ἑξ(ῆς)·
(31) τὸ (δὲ) ἀγαπήσεις τ(ὸν) πλησίον σ(ου) [Mt 5,42; 19,19] καὶ πώλησόν σ(ου) τὰ ὑπάρχοντα· (καὶ) δὸς πτωχ(οῖς)· [Mt 19,21] ἐάν τις σε ἀγγαρεύση (ἀγγαρεύσῃ) μίλιον ἓν. ὕπαγον μεταὐτ(οῦ) (μετ᾿ αὐτοῦ)
(32) δύο·
[Mt 5,41] ψυχῆς ἤδη νεανικῆς καὶ ἀθλητῶν ἐνεργήματα•
[= Basilius, hom. in Ps 1,1a (PG 29, 217 D5–220 A11) - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς) Ἀστερί〈〈ου〉〉· Ὡς μαθητὴς δὲ τοῦ χυ (Χριστοῦ) ὁ δαδ (Δαυῒδ) ἀπὸ μακαρισμ(οῦ)
(33) ἤρξατο τῆς διδασκαλίας· ἀγγέλους δὲ οὐ μακαρίζει· – ἄγγελος γ(ὰρ) ἐν βουλαῖς ἀσεβῶν οὐ πορεύεται· ἀλλ᾿οὔτε βρέφος· ἀνόη
(34) τον γὰρ· – ἀλλ᾿οὐδὲ γυναῖκας· κακείν(ων) (κἀκείνων) γὰρ ἀνὴρ ἡ κατορθοῦσα γνωρίζεται· ἐπεὶ μὴ δὲ πᾶς ἀνὴρ εἰ κατὰ φυ(σιν) (φύσιν) τοιοῦτο(ς)· ὡς δὲ κα
(35) κόφωνο(ς) ἄφωνο(ς) λέγεται· oὕτως ἀσεβεῖς οἱ τὸν θν (θεὸν) μὴ σὺν ἀληθ(είᾳ) σεβόμενοι·
[= Asterius, fr. 1 in Ps 1,1 (249, 3–13 Richard) - paraphrase-abbreviated] κυρίως δὲ μακάριο(ς) ὢν ὁ θς (θεὸς)· – παῦλος γάρ φη(σιν) ὁ μακάριο(ς)
(36) καὶ μόνος δυνάστης·
[1 Tim 6,15] – μετέδωκε ταύτης τῆς προσηγορίας ἡμῖν[·] ὡς καὶ πιστὸς καλούμενο(ς)· 〈·〉 πιστὸς γάρ φη(σιν)θς (θεὸς) διοὗ (δι᾿οὗ) ἐκκλή
(37) θητε·
[1 Cor 1,9] (καὶ) θς (θεὸς) πιστὸ(ς)· καὶ οὐκ ἔστιν ἀδικία [Deut 32,4; Od 2,4c] ἐν αὐτῷ· [πειθομένους ἐκάλεσεν] ὥσπερ οὖν καὶ θεοὺς κατὰ τὸ ἐγὼ εἶπα θεοὶ ἐστέ• [Ps 81,6a]
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,1 (PG 80, 868 A4–B3) - paraphrase-abbreviated] Θεοδωρήτου
(38) Καὶ ἐνταῦθα ῥάδιον (ῥᾴδιον) συνιδεῖν· ὡς πάλαι παρ’ ἑβραίοις τὰς ἐπιγραφὰς εὑρόντες οἱ τὰς θείας ἑρμηνευκότες γραφὰς
(39) μετέθεσαν εἰς τὴν ἑλλάδα φωνὴν· 〈φωνήν·〉 τοῦτ(ον) γ(ὰρ) καὶ τ(ὸν) μετ’ αὐτ(ὸν) ψαλμὸν ἀνεπιγράφους εὑρόντες. ἀνεπιγράφους κατέ
(40) λιπον· οὐ τολμήσαντες παρ’ ἑαυτ(ῶν) τι προσθεῖναι τοῖς λογίοις τοῦ πνς (πνεύματος)· τινὲς μέντοι τῶν τὰς ὑποθθ (ὑποθέσεις) τῶν ψαλμῶν συγγρα
(41) φόντ(ων)· ἠθικὴν τοῦτ(ον) ἔφα(σαν) τὸν ψαλμ(ον) 〈ψαλμὸν〉 περιέχειν διδασκαλί(αν)· ἐμοὶ (δὲ) οὐχ ἧττ(ον) δογματικὸς ἢ ἠθικὸς ἔδοξεν εἶναι· περιέχει
(42) γὰρ οὐχ ἁμαρτωλῶν μόνον· ἀλλὰ καὶ ἀσεβῶν κατηγορίαν· καὶ παραινεῖ τοῖς θείοις λογίοις προσέχειν διηνεκῶς· ἐξ ὧν
(43) οὐκ ἠθικὴν μόνον· ἀλλὰ καὶ δογματικὴν ὠφέλειαν καρπούμεθα· ἁρμοδίως δὲ λίαν ὁ μέγας δαδ (Δαυῒδ) μακαρισμὸν τῆς οἰκεί(ας)
(44) προτέθεικε συγγραφῆς τὸν ἑαυτοῦ υἱὸν ὁμοῦ καὶ δεσπότην μιμούμενο(ς) τὸν σρα (σωτῆρα) λέγω χν (Χριστόν)· ὃς τῆς πρὸς τοὺς ἱεροὺς ἀποστο(λους) (ἀποστόλους)
(45) διδασκαλί(ας) ἀπὸ μακαρισμῶν ἤρξατο· μακάριοι λέγων οἱ πτωχοὶ τῶι (τῷ) πνι (πνεύματι)· ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τ(ῶν) οὐνῶν (οὐρανῶν): [Mt 5,3] υἱὸς θὲ 〈δὲ〉
(46) τοῦ δαδ (Δαυῒδ) ὁ δεσπότης χς (Χριστὸς)· ὡς ἄνος (ἄνθρωπος) κατὰ τὴν τῶν ἱερῶν εὐαγγελίων φωνὴν· βίβλος γὰρ γενέσεως ἰυ (Ἰησοῦ) χυ (Χριστοῦ)· υἱοῦ δαδ (Δαυῒδ)· υἱοῦ
(47) Ἀβραὰμ· 〈Ἀβραάμ·〉
[Mt 1,1] ὁ κς (κύριος) δὲ αὐτοῦ καὶ ποιητὴς· ὡς θς (θεός)· αὐτός ἐστιν ἡ φω(νὴ)· εἶπεν ὁ κς (κύριος) τῶ (τῷ) κω (κυρίῳ) μου κάθου ἐκ δεξιῶν μ(ου)· [Ps 109,13; Mt 22,44; Act 2,34 et al.] μακαρίζει τοίνυν·
(48) τ(ὸν) μήτε τοῖς ἀσεβέ(σιν) ὁδοῦ κοινωνήσαντα· μήτε βεβαίαν τ(ῶν) ἁμαρτ(ω)λῶν δεξάμεν(ον) τὴν βουλὴν· – τοῦτο γ(ὰρ) δὴ στάσιν ἐκά
(49) λεσεν· – τὸ τὴν μόνιμ(ον) τῶν λοιμ(ῶν) φυγεῖν διαφθορὰν· 〈διαφθοράν·〉 τὸ (δὲ) μακάριο(ς) ὄνομα· θεία μὲν ὑπάρχει προσηγορία (καὶ) μάρτυς ὁ θεῖος
(50) ἀπόστολο(ς) βοῶν· ὁ μακάριο(ς) καὶ μόνος δυνάστ(ης)· ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλευόντ(ων)· (καὶ) κς (κύριος) τ(ων) 〈τῶν〉 κυριευόντ(ων)· [1 Tim 6,15] μετέδωκε δὲ (καὶ) ταύτης
(51) τοῖς ἀνοις (ἀνθρώποις)· ὥσπερ (καὶ) τῶν ἄλλω(ν) ὁ δεσπότ(ης)· καὶ γ(ὰρ) πιστὸς καλούμενο(ς)· – πιστὸς γάρ φη(σιν)θς (θεὸς) δι’ οὗ ἐκλήθητε εἰς κοινωνίαν τοῦ υἱ〈〈οῦ〉〉
(52) αὐτῆς 〈αὐτοῦ〉·
[1 Cor 1,9] καὶ ὁ μακάριο(ς) Mωϋσῆς θς (θεὸς). φη(σὶ) πιστὸς· (καὶ) οὐκ ἔστιν ἀδικία ἐν αὐτ(ῶ) (αὐτῷ)· [Deut 32,4; Od 2,4c] – ἐκάλεσεν (καὶ) τῶν ἀνων (ἀνθρώπων) πιστοὺς τοὺς ἀναμφιβόλως
(53) αὐτοῦ δεχομέν(ους) τοὺς λόγους[·] οὕτω θς (θεὸς) (καὶ) ὢν (καὶ) καλούμενο(ς) μετέδωκε καὶ ταύτης τῆς κλήσεως· τοῖς ἀνοις (ἀνθρώποις) ὁ μεγαλόδωρος
(54) (καὶ) βοᾶ (βοᾷ)· ἐγὼ εἶπα θεοὶ ἐστὲ καὶ υἱοὶ ὑψίστου πάντες· ὑμεῖς δὲ ὡς ἄνοι (ἄνθρωποι) ἀποθνήσκετε· [Ps 81,6-7a] τὸ οὖν μακάριο(ς) ὄνομα τῆς κατἀ (κατ’ ἀ)
(55) ρετὴν τελειώσεως ὑπάρχει καρπὸ(ς)· ὥσπερ γ(ὰρ) ἕκαστον τῶν κατὰ τὸν βίον ἐπιτηδευμάτ(ων)· εἰς τὸ τέλος ὁρᾶ (ὁρᾷ)· ἀθλη
(56) τικὴ μὲν εἰς τοὺς ἐκ κοτίνου στεφάνους· στρατηγικὴ τὲ εἰς νίκας (καὶ) τρόπαια· καὶ μέντοι (καὶ) ἰατρικὴ εἰς ὑγείαν (καὶ) νό
(57) σων ἀπαλλαγὴν· (καὶ) ἐμπορικὴ εἰς συλλογὴν κτημάτ(ων) καὶ πλούτ(ου) περιουσίαν· οὕτως (καὶ) ἡ τῆς ἀρετῆς ἐπιστήμη· καρ
(58) π(ὸν) μὲν ἔχει καὶ τέ(λος) τ(ὸν) θεῖον μακαρισμὸν· 〈μακαρισμóν·〉 μὴδεὶς (μηδεὶς) (δὲ) ἄνδρα μόνον ὁρῶν μακαριζόμενον ἐνταῦθα· ἐστερῆσθαι νομίση (νομίσῃ)
(59) τοῦδε τοῦ μακαρισμοῦ τῶν γυναικῶν τὸ γένο(ς)· οὐδὲ γὰρ ὁ δεσπότης χς (Χριστὸς)· ἀρσενικοὺς τοὺς μακαρισμοὺς χρηματίσ(ας)·
(60) ἀπηγόρευσε ταῖς γυναιξὶ τὴν κτῆσιν τῆς ἀρετῆς· συμπεριλαμβάνει γὰρ τοῖς ἀνδράσι (καὶ) τὰς γυναῖκας ὁ λόγος· κε
(61) φαλὴ γὰρ γυναικὸς ὁ ἀνὴρ.
[1 Cor 11,3] φη(σὶν) ὁ θεῖος ἀπόστολο(ς)[·] συνάπτεται δὲ τῆ κεφαλῆ (τῇ κεφαλῇ) τὰ μέλη τοῦ σώματο(ς)· καὶ κεφαλῆς στεφα
(62) νουμέν(ης), ἀγάλλεται· οὕτω (καὶ) πρός τινα διαλεγόμενοι· (καὶ) φίλην αὐτ(ῶν) κεφαλὴν ὀνομάζοντες· οὐ χωρίζομεν τῶν ἄλλων
(63) μορίων τοῦ σώματο(ς)· ἀλλ’ ἀπὸ μέρους τὸ πᾶν προσφθεγγόμεθα· οὐχ πλῶς δὲ πρῶτ(ον) ὁδοῦ· εἶτα στάσεως· εἶτα
(64) καθέδρας ἐμνημόνευσεν· ἀλλ’ εἰδῶς 〈εἰδὼς〉 ἀκριβῶς· ὡς κίνησιν μὲν πρῶτ(ον) ὁ λογισμὸς ὑπομένει· εἴτε φαῦλος εἴτε σπ〈〈ου〉〉
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,1 (PG 80, 865 B11–869 A12) - quotation]

(25v)

[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 1,1b]
(1) |LINKING SIGN EIGHT| ΒKαὶ ἐν ὁδῶι (ὁδῷ) ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη•
[Ps (LXX) 1,1c]
(2) ΓΚαὶ ἐπὶ καθέδραν |LINKING SIGN ONE| λοιμῶν οὐκ ἐ
(3) κάθισεν•
[main text] [commentary]
(1) δαῖος εἴη· εἶτα στάσιν· εἶτα τινὰ ἐδραίαν (ἑδραίαν) βεβαίωσιν· παραινεῖ τοίνυν· μήτε τῶ νῶ (τῷ νῷ) πα(ρα)δέξασθαι δυσσεβῆ τινὰ ἔν
(2) νοιαν· μήτε ἐπὶ πρᾶξιν ὁδεῦσαι παράνομον· ἀσεβεῖς δὲ φίλον τῆ θεία γραφῆ (τῇ θείᾳ γραφῇ) καλεῖν τοὺς ἀθεΐαν, ἢ πολυθεΐαν θρη
(3) σκεύοντ(ας)· ἁμαρτωλοὺς δὲ τοὺς παρανομία (παρανομίᾳ) συζῆν προαιρουμένους· (καὶ) βίον διεφθαρμένον ἀσπαζομένους· λοιμοὺς (δὲ)
(4) τοὺς μὴ μόνον σφὰς (σφᾶς) αὐτοὺς λυμαινομένους· ἀλλὰ καὶ ἑτέροις τῆς λύμης μεταδιδόντ(ας)· κατὰ τὴν ἐπισκήπτουσαν (καὶ)
(5) ἀνοις (ἀνθρώποις) (καὶ) κτήνεσι νόσον· ἧς μεταλαγχάνουσιν· οἱ τοῖς νοσοῦσι πελάζοντες· διὸ φεύγειν ὁ λόγο(ς) παρακελεύεται καὶ τὰ τού
(6) των συνέδρια· ἐπειδὴ δὲ οὐκ ἀπόχρη· εἰς ἀρετῆς τελείωσιν· ἡ τῆς κακίας φυγὴ· – ἔκκλινον γάρ φη(σιν) ἀπὸ κακοῦ (καὶ) ποίη
(7) σον ἀγαθὸν·
[Ps 33,15a; 36,27a] (καὶ) ὁ μακάριο(ς) Ἡσαΐας παύσασθε φη(σὶν) ἀπὸ τῶν πονηριῶν ὑμῶν· μάθετε καλὸν ποιεῖν· [Is 1,16-17] – μάλα εἰκότως ἐπήγα
(8) γεν ὁ μακάριο(ς) δαδ (Δαυΐδ)•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,1 (PG 80, 865 B11–869 A12) - quotation (continued)] ἄλλω(ς) Ἡ μὲν προφητεία πληροῦται ἐν τῶ (τῷ) Ἰωσὴφ· ὅτι οὐ συμπαρεγένετο τοῖς ἰουδαίοις ἡνίκα
(9) κατὰ χυ (Χριστοῦ) ἐβουλεύοντο•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,1a (1, 1–6 Jagić) - quotation] Ἐυσεβί〈〈ου〉〉· Μακαριότητο(ς) μὲν κατὰ φυ(σιν) (φύσιν) ἅπαντες ὀρεγόμεθα· ἀλλ᾿ἐπείπερ ἀγνοοῦντες τινὲς
(10) ἐν τοῖς σωματικοῖς ἀγαθοῖς ταύτην εἶναι νομίζουσιν. εἰκότως ἐντεῦθεν τὴν ἀρχὴν τῆς ὑμνωδίας (ὑμνῳδίας) πεποίηται
(11) περὶ τοῦ μακαρίου τέλους διδάσκ(ων) τὸν ἀρετῆς ἐπιβαίνοντα· ὡς δὲ σπανίων τῶν τότε κατορθούντ(ων). ἕνα μόνον ὑ
(12) πέθετο· ὁ δὲ σηρ (σωτὴρ) ἡμῶν· πλείονας ποιῶν μακαρίους πληθυντικῶς τοὺς μακαρισμοὺς προσφέρεται· πρῶτος δὲ
(13) ἂν εἴη μακαριζόμενο(ς)· διὸ καὶ ἐπ᾿αὐτὸν ἀνοίσει τίς τὸν παρόντα ψαλμὸν· ἅτε γενόμενον ἄνδρα τῆς νύμφης αὐτοῦ
(14) ἐκκλησίας· ὅθεν ὁ ἀνὴρ σὺν τῶ (τῷ) ἄρθ(ρω) (ἄρθρῳ) κεῖται παρ᾿ἑβραίοις•
[= Eusebius, fr. 2 in Ps 1,1a (Villani) - paraphrase-abbreviated] Βασιλ(είου)· Τὸ μακάριο(ς) ὄνομα τῆς κατἀρετὴν (κατ᾿ἀρετὴν) πολιτείας ὑπαρχ(ει) (ὑπάρχει)
(15) καρπὸς· ὥσπερ γὰρ ἕκαστον τῶν κατὰ τὸν βίον ἐπιτηδευμάτων εἴς τι τέλος ἀφορᾶ (ἀφορᾷ)· οἷον ἡ στρατιωτικὴ εἰς τρόπαια·
(16) (καὶ) ἰατρικὴ εἰς ὑγίειαν· οὕτως (καὶ) ἡ τῆς ἀρετῆς ἐπιστήμη καρπὸν ἔχει καὶ τέλος τὸν θεῖον μακαρισμὸν· 〈μακαρισμóν·〉 μὴδεὶς (μηδεὶς) δὲ τοῦ μακαρι
(17) σμοῦ τούτου ἐστερῆσθαι τὰς γυναῖκας νομιζέτω· συμπεριλαμβάνει γ(ὰρ) τοῖς ἀνδράσι (καὶ) τὰς γυναῖκας· κατὰ τὸ εἶναι τὸν ἄν
(18) δρα κεφαλὴν τῆς γυναικὸς· 〈γυναικóς·〉
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,1 (PG 80, 868 B4–C4) - quotation-abbreviated] οὐχ ἁπλῶς δὲ πρῶτον
(19) ὁδοῦ· εἶτα στάσεως· εἶτα καθέδρας ἐμνημόνευσεν· ἀλ
(20) λ’ εἰδὼς ἀκριβῶς ὡς κίνησιν μὲν πρῶτον ὁ λογισμὸς ὑ
(21) πομένει· εἶτα στάσιν· εἶτα ἐδραίωσιν (ἑδραίωσιν) παραινεῖ μήτε
(22) τῶ (τῷ) νῶι (νῷ) δέξασθαι δυσσεβῆ τινὰ ἔννοιαν· μήτε ἐπὶ
(23) πρᾶξιν ὁδεῦσαι παράνομον· ἀσεβεῖς δὲ φίλον τῆ (τῇ)
(24) θεία γραφῆ (θείᾳ γραφῇ) καλεῖν. τοὺς ἀθεΐαν ἢ πολυθεΐαν θρησκεύ
(25) οντας· ἁμαρτωλοὺς δὲ· τοὺς παρανομία (παρανομίᾳ) συζῶντας· καὶ βίον διεφθαρμένον ἀσπαζομένους· λοιμοὺς δὲ τοὺς μὴ μό
(26) ν(ον) σφὰς (σφᾶς) αὐτοὺς λυμαινομένους· ἀλλὰ καὶ ἑτέροις τῆς λύμης μεταδιδόντ(ας) κατὰ τὴν τῆς λοιμικῆς νόσου μετάδοσιν· διὸ
(27) φεύγειν ὁ λόγος πα(ρα)κελεύεται τὰ τούτων συνέδρια•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,1 (PG 80, 868 C10–869 A6) - quotation-abbreviated] ἈθανασίουΔυνατὸν δὲ βουλὴν ἀσεβῶν εἰπεῖν τὴν σύνοδον· τὴν
(28) συνέλευσιν τῶν πονηρῶν· καὶ ἐπεὶ βλαβερὸν· τὸ τοῖς ἀθροίσμασι τῶν ἀσεβῶν παραβάλλειν· μακαρίζει· τὸν μὴ δὲ
(29) κατὰ ποσὸν εἰς αὐτὸν αὐτοῖς ἐρχόμενον·
[= fons ignotus in Ps 1,1a] τοιοῦτος ὑπῆρχεν ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθ(ίας)· ὁ τὸ σῶμα τοῦ κυ (κυρίου) καὶ θυ (θεοῦ) θάψας· εἴ
(30) ρηται γ(ὰρ) περὶ αὐτοῦ· ὡς οὐκ ἦν συγκατατιθέμενο(ς) τῆ βουλῆ (τῇ βουλῇ) τῶν ἰυ (Ἰησοῦ) προδοτῶν•
[= Hesychius, schol. nr. 3 in Ps 1,1c (Antonelli) - paraphrase] |HORIZONTAL LINE| [left margin] |LINKING SIGN EIGHT| Β [main text] ἈστερίουΔιδασκαλί(ας) |LINKING SIGN ONE| γὰρ ἡ κα
(31) θέδρα κατὰ τὸ ἐπὶ τῆς καθέδρας Μωσέως• [Mt 23,2]
[= Asterius, fr. 2 in Ps 1,1 (249, 17–18 Richard) - paraphrase] ἄλλω(ς) Τὴν ἀρχὴν τῆς προφητείας τῶιτῷ ἐξ αὐτοῦ κατὰ σάρκα τε
(32) χθησομένω (χθησομένῳ) χω (Χριστῷ)· ἀνατίθησιν ὁ μέγας δαδ (Δαυΐδ)· διὸ ἐν πρώτοις μακαρίζει τοὺς εἰς αὐτὸν ἠλπικότας· μακαρίους δὲ
(33) καλεῖ τοὺς μὴ πορευθέντας ἐν βουλῆ (βουλῇ) ἀσεβῶν· μήτε μὴν στάντ(ας) ἐν ὁδῶι (ὁδῷ) ἁμαρτωλῶν· μὴ δὲ ἐπὶ καθέδρας κεκα
(34) θηκότας λοιμῶν· τρία γὰρ ἦν παρὰ ἰουδαίοις τὰ κατὰ τοῦ σρς (σωτῆρος) ἐπαναστάντα· γραμματεῖς φαρισαῖοι· καὶ νομι
(35) κοί· οἳ καὶ κληθεῖεν ἀληθῶς· ἀσεβεῖς καὶ ἁμαρτωλοὶ καὶ λοιμοί•
[= Athanasius, schol. in Ps 1,1b) - quotation] ἄλλω(ς)· Ἁμαρτωλοὺς εἶναι φαμὲν τοὺς ὑποθέντας
(36) μὲν τῆ (τῇ) πίστει τοῖς θείοις νόμοις τὸν τῆς δικαιοσύνης αὐχένα· κατά γε τὸ εἰδέναι φημὶ τὸν τ(ῶν) ὅλων θν (θεὸν) καὶ αὐτὸν ἐλέ
(37) σθαι προσκυνεῖν· κατημεληκότας δὲ τὸ κατορθοῦν ἐθέλειν τὸ ἀρέσκον αὐτῶιαὐτῷ· καὶ κατολισθήσαντας μὲν εἰς τὸ πα
(38) ραυτίκα τερπνὸν· καὶ ταῖς τοῦ σώματος ἡδοναῖς· καθάπέρ τισι βορβόροις ὁλοτρόπως ἐκκοιλισμένους· οὐ τῶν
(39) μὴ πορευθέντων μᾶλλον ἐν ὁδῶ (ὁδῷ) ἁμαρτωλῶν ἀποφαίνει μακάριον· ἀλλὰ τὸν μὴ ἀνεχόμενον στῆναι καὶ ἐγχρονίσαι•
[= fons ignotus in Ps 1,1b (ed. Dorival IV 367)]
(40) [left margin] ἄλλω(ς) [main text] Tὸ δὲ ἴδιον τοῦ λόγου· μακαρίζει πάντα ἄνον (ἄνθρωπον)· τὸν μὴ συνεδριάζοντα ἢ συνευδοκοῦντα τοῖς κακὰ βουλευομένοις·
(41) ἢ ἀτάκτως περιπατοῦσιν•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,1a (1, 6–11 Jagić) - quotation] ἄλλω(ς)· Ὡς Λὼτ καὶ πάντες οἱ ποιοῦντες οὕτως ὡς αὐτός• [Lc 17,28-29] [= fons ignotus in Ps 1,1b] Ὡριγε(νους) (Ὡριγένους)· Εἰ καὶ τὸ μὴ ἁ
(42) μαρτάνειν δυσκατόρθωτ(ον) πα(ρὰ) ἀνοις (ἀνθρώποις) εἶναι δοκεῖ· πα(ρὰ) 〈περὶ〉 μόνου γὰρ ἰυ (Ἰησοῦ) γέγραπται· ὃς οὐκ ἔγνω ἁμαρτίαν· οὐδὲ εὑρέθη δόλος
(43) ἐν τῶ (τῷ) στόματι αὐτοῦ•
[Is 53,9; 1 Pt 2,22]
[= fons ignotus in Ps 1,1b (ed. Dorival IV 367)] |HORIZONTAL LINE| [left margin] Γ´ [main text] ΒασιλείουὈυχὶ τὴν ἀπὸ τοῦ ξύλου πρὸς ἁμαρτίαν μετάδοσιν νομίζειν ἡμ(ᾶς)
(44) χρὴ τὴν καθέθραν· ἀλλὰ τὴν ἐδραίαν (ἑδραίαν) καὶ μόνιμον ἐν τῆ (τῇ) κρίσει τῆς κακίας διατριβὴν· 〈διατριβήν·〉
[= Basilius, hom. in Ps 1 (PG 29, 224 C5–10 in Ps 1,1c) - paraphrase-abbreviated] ὅτι δὲ καὶ αἱ καθέδραι
(45) διδασκαλίας εἰσὶ σύμβολα· παρίσταται ἐκ τῆς τοῦ Μωϋσέως καθέδρας· κατὰ τὸ εἰρημένον ἐκάθισαν οἱ γραμ
(46) ματεῖς καὶ φαρισαῖοι
[Mt 23,2] ἐπὶ τῶν καθεδρῶν· τουτέστιν ἐπὶ τῶν διδασκαλικῶν· αἱ μὲν γὰρ αὐτῶν εἰσὶν ἐπωφελεῖς· αἱ
(47) δὲ ἐπιβλαβεῖς· οὐ καθάπαξ μακαρίζει τῶν ἐπικαθεδρῶν (ἐπὶ καθεδρῶν) μὴ καθισάντων· ἀλλὰ ταῖς τῶν λοιμῶν· ἢ
(48) οὐ λοιμὸς ὁ κηρύσσων· μὴ κλέπτειν· κλέπτων δὲ· μὴ μοιχεύειν μοιχεύων δὲ· διὰ δὲ τῆς χρηστολογίας καὶ εὐλογί(ας)
(49) ἐξαπατῶν τὰς τῶν ἀκάκων ψυχὰς. 〈ψυχάς;〉 τοῦτον μὲν οὖν ἀφεκτέον· ἐγγίζειν δὲ σπουδαστέον· τοῖς διδασκάλοις τῆς
(50) ἀληθείας· οὕτω γὰρ σοφός τις ἔσται· σοφοῖς πορευόμενος•
[= fons ignotus in Ps 1,1b] ἄλλω(ς)· Ἀκαθάρτων κακῶν οὐκ ἐνέμεινεν• [= fons ignotus in Ps 1,1c - glossai in λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν]
(51) ἄλλω(ς)· Τὴν τῶν κακῶν ἐργασίαν κατὰ διάδοσιν γινομένην· [= fons ignotus in Ps 1,1c (Analecta Sacra II 445, 24–25)] τουτέστιν οὐ πεφρονηκῶς καὶ διδάξαι τὰ δι
(52) άστροφα πολυπλόκων ἐννοιῶν· ἐπινοήσας δεινῶς εἰς ἀνατροπὴν τῶν ἀκεραιοτέρων· οὐχ εὑρετὴς
(53) γεγονὼς τῶν κατὰ θυ (θεοῦ) διδαγμάτων· οὐχ οἷά τις λοιμὸς· τὸν τῆς δυσσεβείας θάνατον τῆς τε ἑαυτοῦ καὶ τῆς
(54) ἑτέρων καταχέας κεφαλῆς· λοιμοὶ γὰρ οἱ τῆς ἀμωμήτου πίστεως φένακες· καὶ πάντα τὰ ὀρθὰ δια
(55) στρέφοντες· καὶ τὸ ἐναγὲς πρὸς ἁμαρτίαν οὐ μόνον δρῶντες· ἀλλὰ καὶ ἄλλοις μεταδόντες•
[= fons ignotus in Ps 1,1c (ed. Dorival IV 368)] |HORIZONTAL LINE|
(56) [left margin] |LINKING SIGN TWO| Δ´ [main text] Προσήκει δὲ οὐ μόνον τὰ προειρημένα βδελύσσεσθαι. ἀλλὰ καὶ τῶ θείω νόμω (τῷ θείῳ νόμῳ) νύκτωρ τὲ καὶ μεθ’ ἡμέραν προ
(57) σέχειν· κἀκεῖνα θέλειν· ἃ ὁ θεῖος νόμο(ς) ὑπαγορεύει· καὶ κατὰ τὸν ἐκείνου σκοπὸν· τὸν οἰκεῖον βίον εὐθύνειν·
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,2 (PG 80, 869 B3–7) - quotation] εἶ
(58) τα δείκνυσι τὸν καρπὸν ἐντεῦθεν φυόμενον•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,2 (PG 80, 869 B13–14) - quotation] ΕὐσεβίουΟὔτε γὰρ ἄλλως κατορθοῦται ἀρετὴ κακῶν.
(59) εἰ μὴ διαμελετὴς θείων γραφῶν•
[= fons ignotus in Ps 1,2] ἄλλω(ς)· Τὸ εὐαγγελικὸν δηλονότι δοκιμάζων τὸ εὐάρεστον τοῦ θυ (θεοῦ)· καὶ τοῦ
(60) το ποιῶν•
[= Hesychius, schol. nr. 4 in Ps 1,2a (Antonelli) - quotation] |LINKING SIGN THREE| Τὸ σύντονον δηλοῖ· οὐ γὰρ δεῖ ἠμελημένον· μελετᾶν· τοῦ κυρίου τὸν νόμον• [= Athanasius, schol. in Ps. 1,2b - quotation] |HORIZONTAL LINE|
(61) [left margin] |LINKING SIGN TWO| Ε´ Εὐσ(ε)β(ίου) [main text] Ὡς γὰρ τὰ ξύλα τὰ ἐστῶτα παρὰ τοῖς ὕδασιν ἀειθαλῆ ἐστὶν. οὕτω καὶ ὁ ἀρδόμενος τῆ (τῇ) τῶν γραφῶν μελέτη (μελέτῃ)
(62) ἀναθάλλει τὸν νοῦν καὶ ὑγιῆ τὴν διάνοιαν κέκτηται· ξύλον δὲ λέγει τὸν τίμιον καὶ ζωοποιὸν (ζῳοποιὸν) στρον (σταυρὸν)· τοῖς ὕ
(63) δασι τῆς κολυμβήθρας περιεχόμενον· καὶ θάλλοντα τοὺς φωτιζομένους•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,3a - quotation] ἄλλω(ς)· Μιμεῖται γὰρ ὑδάτων
(64) ἀρδείαν τὰ τοῦ θείου πνς (πνεύματος) νάματα· καὶ καθάπερ ἐκεῖνα τὰ παραφυόμενα δένδρα· τεθηλέναι ποιεῖ· οὕτω
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,3 (PG 80, 869 C4–8) - quotation]

(26r)

[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 1,2a]
(1) |LINKING SIGN TWO| ΔἈλλ’ ἢ ἐν τῶι νόμωιτῷ νόμῳ κυ (κυρίου) τὸ θέλημα
(2) αὐτοῦ·
[Ps (LXX) 1,2b]
|LINKING SIGN THREE| καὶ ἐν τῶι νόμωι (τῷ νόμῷ) αὐτοῦ
(3) μελετήσει ἡμέρας (καὶ) νυκτός•
[Ps (LXX) 1,3a]
(4) |LINKING SIGN TWO| ΕΚαὶ ἔσται ὡς τὸ ξύλον τὸ πεφυτευ
(5) μένον παρὰ τὰς διεξόδους
(6) τῶν ὑδάτων•
[Ps (LXX) 1,3b]
(7) ςὋ τὸν καρπὸν αὐτοῦ δώσει ἐν και
(8) ρῶι (καιρῷ) αὐτοῦ·
[Ps (LXX) 1,3c]
|LINKING SIGN FOUR| καὶ τὸ φύλλον αὐτοῦ
(9) οὐκ ἀπορρυήσεται· |LINKING SIGN SEVEN| καὶ πάντα
(10) ὅσα ἂν ποιῆιποιῇ κατευοδωθήσεται•
[Ps (LXX) 1,4a]
(11) ΖΟὐχ οὕτως |LINKING SIGN FIVE| οἱ ἀσεβεῖς οὐχ οὕτως· |LINKING SIGN SIX|
[Ps (LXX) 1,4b]
ἀλ
(12) λ’ ἢ ὡσεὶ χνοῦς ὃν ἐκῥίπτει (ἐκρίπτει) ὁ ἄνε
(13) μος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς•
[Ps (LXX) 1,5a]
(14) ΗΔιατοῦτο (διὰ τοῦτο) οὐκ ἀναστήσονται ἀσε
(15) βεῖς ἐν κρίσει·
[Ps (LXX) 1,5b]
οὐδὲ ἁμαρτωλοὶ
(16) ἐν βουλῆι (βουλῇ) δικαίων•
[main text] [commentary]
(1) τοῖς ἀγα
(2) π(ῶ)σι τ(ὸν) θν (θεὸν)
(3) π(άν)(τα) συ
(4) νεργεῖ
(5) εἰς ἀγαθ(όν)·
[Rom 8,28]
(1) καὶ ταῦτα παρασκευάζει τοὺς θείους φέρειν καρποὺς· 〈καρπούς·〉 [= Theodoretus, comm. in Ps 1,3 (PG 80, 869 C4–8) - quotation (continued)] εἰκότως τοίνυν τὸν τοῖς θείοις λογίοις ἐσχολακότα· δένδροις
(2) ἀπείκασεν ἀειθαλῆ τὰ φύλλα καὶ τὸν καρπὸν φέρουσιν εἰς καιρόν• καὶ γὰρ οἱ τῆς ἀρετῆς ἀθληταὶ· τῶν μὲν πόνων
(3) κατὰ τὸν μέλλοντα βίον κομίσονται τοὺς καρποὺς· 〈καρπούς·〉 οἷα δέ τινα φύλλα τὴν ἀγαθὴν ἐλπίδα διηνεκῶς ἐν ἑ
(4) αυτοῖς φέροντες, τεθήλασι καὶ ἀγάλλονται· καὶ κλέπτουσι τῆι (τῇ) ψυχαγωγίαι (ψυχαγωγίᾳ) τὴν τῶν πόνων βαρύτητα•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,3 (PG 80, 869 D8–872 A9) - quotation-abbreviated] |HORIZONTAL LINE|
(5) [left margin] ς´ [main text] Ἀθανα(σίου) Καρπὸν τοῦ ξύλου νοήσεις· τὴν ὀρθὴν πίστιν· φύλλον δὲ αὐτοῦ τὴν πλήρωσιν τῶν ἐντολῶν• [= Athanasius, schol. in Ps. 1,3b - quotation] Θεοδω(ρήτου) Ἐκεῖνοι γάρ φη(σιν)
(6) ὑπὸ τῶν θείων λογίων ἀρδευόμενοι ἀειθαλεῖς τε ὦσι καὶ ὥριμον φέρουσι τὸν καρπὸν· 〈καρπόν·〉 οὗτοι δὲ ὑπὸ τῶν ἐναντίων
(7) πνευμάτων πατούμενοι· μιμοῦνται τὸν τῆδε (τῇδε) κακεῖσε (κἀκεῖσε) ῥαδίως (ῥᾳδίως) ὑπὸ τῶν ἐναντίων ἀγγέλων φερόμενον· οὗτοι δέ εἰ
(8) σιν οἱ μὴ δεχόμενοι τὰς διδαχὰς τῶν ἀποστόλων•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,4b (PG 80, 872 Β15–C5) - quotation] ἄλλω(ς) Tῶ (Tῷ) γὰρ ἰδίω (ἰδίῳ) καιρῶ (καιρῷ) ὁ στρς (σταυρὸς) ἐκαρποφόρησε τὴν ἡμῶν σριαν (σωτηρίαν)·
(9) τουτέστιν τὸν βότρυν τῆς ζωῆς· ἐν μέση (μέσῃ) τῆ (τῇ) ἡμέρα (ἡμέρᾳ)· φύλλον δὲ τοῦ στρου (σταυροῦ)· οἱ πιστοὶ οἱ δι᾿αὐτοῦ πιστεύσαντες· εἰς πρα (πατέρα) υἱὸν
(10) καὶ ἅγιον πνα (πνεῦμα)· δι᾿ αὐτοῦ γὰρ γενόμενοι καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ γεγονότες, οὐκ ἀπορρυΐσκονται ἀπὸ τῆς πίστεως•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,3b–c - quotation] Ὡριγέν〈〈ου〉〉ς·
(11) Ὁ κατὰ τὸν παρόντα βίον δίκαιος καὶ ἁγνὸς καὶ ἄμωμος πορευόμενο(ς)· ὁ πάσης κακίας (καὶ) φιλαργυρίας καὶ πλεο
(12) νεξίας (καὶ) παντὸς ἄλλου κακοῦ ἀπηλλαγμένος τελείως καὶ ἐν τῆ (τῇ) μελέτη (μελέτῃ) τοῦ θείου νόμου· ἀεὶ σχολάζων καὶ τὰ ἐν αὐτῶι (αὐτῷ)
(13) γεγραμμένα τηρῶν· ἐν καιρῷ αὐτοῦ δηλονότι· τῶ (τῷ) μέλλοντι αἰῶ
(14) νι δίδωσι τὸν καρπ(ὸν) αὐτοῦ· ἀντὶ γὰρ τῶν προσκαίρων ἀπολαύσε(ων)·
(15) διηνεκῆ μένοντα ἀγαθὰ ἀπολαύει· τοῦτο γὰρ ση(μαίνει) τὸ οὐκ ἀπορρυ
(16) ΐσκεται· ἀντὶ τοῦ οὐδέποτε παραβλαβήσεται ἐν ταῖς τοῦ βίου τού
(17) του ἀπάταις· ἀλλὰ καὶ ἐν τῶ (τῷ) μέλλοντι αἰῶνι· πολλαπλασίονα
(18) τὴν τοιαύτην ἀνταμοιβὴν κομίσεται· τῶν γὰρ τοῦ παρόντο(ς) αἰῶνο(ς)
(19) λαμπρῶν· ἑαυτὸν ἐποίησεν ἀλλότριον•
[= fons ignotus in Ps 1,3b–d (ed. Dorival IV 366)] ἄλλω(ς)· Ἡνίκα παραγί
(20) νεται ὁ κς (κύριος)· δώσει ὥριμον τὸν καρπον 〈καρπὸν〉 αὐτοῦ•
[= Hesychius, schol. nr. 7 in Ps 1,3b (Antonelli) - quotation] Ἡσυχ(ίου) Ὁ ἡμέρας
(21) καὶ νυκτὸς μελετῶν ἐν τῶ (τῷ) νόμω (νόμῳ) κυ (κυρίου) ὡς δένδρον ἐστὶν τοῦ πα(ρα)
(22) δείσου· τὸ καθεκάστην ποτιζόμενον ὑπὸ τῆς πηγῆς τῆς
(23) ἐν τῶι (τῷ) παρα{ι}δείσω (παραδείσῳ) ἀπαύστως· καὶ οὗτος ὑπὸ τοῦ κυ (κυρίου)· ἡνίκα
(24) δὲ πα(ρα)γίνεται ὁ κς (κύριος)· δώσει ὥριμον τὸν καρπὸν αὐτοῦ•
[= Hesychius, schol. nr. 6 in Ps 1,3a (Antonelli) - quotation] |LINKING SIGN SEVEN| Τὸ
(25) πάντα οὐχ ἁπλῶς τέθεικεν· ἀλλὰ σὺν ἀκριβείαι (ἀκριβείᾳ) πολλῆι (πολλῇ)· πρό
(26) τερον γὰρ ἅπαντα τῆς κακίας ἀπαγορεύσας τὰ εἴδη· καὶ
(27) τῶν θείων νόμων ὑποδείξας τὴν τελειότητα. οὕτως ἐπή
(28) γαγεν πάντα ὅσα ἂν ποιηῖ (ποιῇ)· εἰδὼς ὡς οὐδὲν ἐναντίον τοῖς
(29) θείοις νόμοις ὅ γε τοιοῦτος δρᾶσαι βουλήσεται· τῶι (τῷ) θείωι (θείῳ) νό
(30) μωιμῳ τὸ οἰκεῖον θέλημα συναρμόττων•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,3 (PG 80, 872 Β1–8) - quotation] |LINKING SIGN FOUR| Καὶ ἡ εὐπρέπεια
(31) τῆς ψυχῆς αὐτοῦ οὐκ ἐκπεσεῖται•
[= Hesychius, schol. nr. 8 in Ps 1,3c (Antonelli) - quotation] |LINKING SIGN SEVEN| Πάντα γὰρ ὅσα ἂν διὰ
(32) στρου (σταυροῦ) ἐγίνετο· εὐοδοῦται καὶ προκόπτει καὶ ἐνέστηκε καὶ πέρας
(33) οὐκ ἔχει· οἷον ἡ πίστις· ἡ ἐλπὶς· ἡ ἀγάπη·
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,3d (Jacić) - quotation] καὶ ὁ κς (κύριος) τοῖς ἑαυτοῦ μα
(34) θηταις 〈θηταῖς〉· παράγγελλων 〈παραγγέλλων〉 ἔλεγεν· ἐν τούτω (τούτῳ) γνώσονται πάντες· ὅτι
(35) ἐμοὶ μαθηταὶ ἐστέ•
[Jo 13,35]
[= fons ignotus in Ps 1,3] |LINKING SIGN FIVE| Τὸ δεύτερον οὐχ οὕτως παρ᾿οὐδενὶ κεῖτ(αι)
(36) ἐν τῶ (τῷ) ἑξαπλῶι (ἑξαπλῷ)•
[= fons ignotus in Ps 1,4a] |HORIZONTAL LINE| [left margin] Ζ´ [main text] Οὐ γὰρ ἐστὶν πρᾶξις τῶν κατὰ θν (θεὸν) γι
(37) νομένων ἀνωφελής•
[= Athanasius, schol. in Ps 1,3d - quotation] ἄλλω(ς)· Οὐδὲν γὰρ τῶν τοῦ στρου (σταυροῦ) παραι (παρ᾿ αἱ)
(38) ρετικῶν ἢ ἰουδαίων ἢ ἑλλήνων κρατεῖ ἢ καρποφορεῖ· ἀλλ’ ὥσ
(39) περ ὁ χοὺς σκορπίζεται ὑπὸ τοῦ ἀνέμου· οὕτως οἱ ἰουδαῖοι
(40) ἀπὸ τῆς ἀνοίας καὶ ἀπιστίας· ἀπέστησαν τοῦ χυ (Χριστοῦ)· καὶ ἀνερρι
(41) πίσθησαν πανταχοῦ ἀπὸ τῆς γῆς•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,4 - quotation] ἄλλω(ς) Τιμηθήσοντ(αι) ὡς αὐτοί• [= fons ignotus in Ps 1,4]
(42) [left margin] |LINKING SIGN SIX| [main text] Τῶ (Τῷ) διπλασιασμῶι (διπλασιασμῷ) τῆς ἀπαγορεύσεως· σαφέστερον τὴν ἐναντι
(43) ότητα δείκνυσιν· εἶτα φη(σὶν)· ἀλλ’ ὡς ὁ χνοῦς καὶ τὰ ἑξῆς· ἐκεῖνοι γάρ φη(σιν) ὑπὸ τῶν θείων ἀρδευόμενοι λογίων· ἀειθαλεῖς τε
(44) εἰσὶ καὶ ὥριμον φέρουσι τ(ὸν) καρπὸν· 〈καρπόν·〉 οὗτοι δὲ ὑπὸ τῶν ἐναντίων πνων (πνευμάτων) πατούμενοι· μιμοῦνται χοῦν τὸν τῆδε (τῇδε)
(45) κακεῖσε (κἀκεῖσε) φερόμενον•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,4 - quotation-abbreviated] Διδ(ύμου) Νοήσεις δὲ ἄνεμον τὸν ἄνω κάτω τούτοις διαρριπίζοντα· τὸν τιμωρούμενον αὐτοὺς
(46) ἄγγελον· καὶ τὴν ὁρμὴν τῆς πλάνης πάσης αὐτοὺς ἐρημοῦσαν θείας διδασκαλίας· ὥσπερ φερομένους
(47) παντὶ ἀνέμω (ἀνέμῳ) διδασκαλίας ἐν τῆι (τῇ) κυβείαι (κυβείᾳ) τῶν ἀνων (ἀνθρώπων) ἐν τῆ (τῇ) πανουργίαι (πανουργίᾳ)•
[= Didymus fr. 5 in Ps 1,4 (123, 4–7 Mühlenberg) - paraphrase] Ἡσυχ(ίου)· Ἀπερρίφησαν γὰρ οἱ ἰου
(48) δαῖοι ἀνέμου ἰσχυρῶς τοῦ κηρύγματος τῶν ἀποστόλων πνεύσαντος· καὶ καθάπερ ὁ χοῦς· εἰς οὐδὲν διελύθησαν•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 1,4 (PG 93, 1180 C5–10) - quotation]
(49) [margin left] τ(οῦ) αυτ(οῦ) (αὐτοῦ) [main text] Οὐ πόλιν γὰρ οὐ λατρείαν οὐχ ἕτερόν τι τῶν ἐξ ἀρχῆς σχόντες· ἐσκορπίσθησαν εἰς ὅλον τῆς γῆς· καθάπερ ὁ χνοῦς
(50) ἠτιμωμένοι τὸ πρόσωπον•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 1,4 (PG 93, 1180 C5–10) - quotation (continued)] ἄλλω(ς) Ἐρεῖ γὰρ αὐτοῖς ὁ κς (κύριος)· ὑπάγετε οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον· τὸ ἡτοιμασ
(51) μένον τῶ (τῷ) διαβόλωι (διαβόλῳ) καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ•
[Mt 25,41]
[= fons ignotus in Ps 1,4] ἄλλω(ς) Ἄγγελον (δὲ) ἐκῥιπτοῦντα (ἐκριπτοῦντα) αὐτοῖς· τὸν αὐτοῖς τιμωροῦντα ἄγγελον• [= fons ignotus in Ps 1,4b (ed. Dorival IV 368) - cf. Didymus fr. 5 in Ps 1,4 (123, 4b–5a Mühlenberg)]
(52) [margin left] |HORIZONTAL LINE| Η´ [main text] Μετὰ πολλῆς ἀκριβείας διέξεισιν ἅπαντα τὸ πανάγιον πνα (πνεῦμα)· οὐ γὰρ εἶπεν 〈〈οὐ〉〉κ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς· ἀλλ’ εἰς κρίσιν οὐ
(53) καναστήσονται (κ ἀναστήσονται)· οὐκ εἰς κρίσιν φη(σὶν) ἀλλ’ εἰς κατάκρισιν· οὔτε γὰρ ἐλέγχων δέονται προφανῆ τὴν ἀσέβειαν ἔχοντες· ἀλλὰ
(54) τὴν τιμωρίαν μόνην πρὸς δέχονται (προσδέχονται)·
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,5 (PG 80, 872 C7–13) - quotation] καὶ μέντοι καὶ οἱ τῶν δυσσεβῶν δογμάτων ἀπηλλαγμένοι· βίον δὲ βεβιωκό(τες)
(55) παράνομον· πόρρω π(ου) τοῦ τῶν δικαίων συλλόγου γενήσονται· τὴν γὰρ βουλὴν ὁ μὲν Ἀκύλας καὶ ὁ Θεοδοτίων· συ
(56) ναγωγὴν ἡρμηνεύσαν· ὁ (δὲ) Σύμμαχος συνέλευσιν•
[= Theodoretus, comm. in Ps 1,5 (PG 80, 873 A5–10) - quotation] Εὐσεβί〈〈ου〉〉· Ἐπειδὴ μὴδὲν (μηδὲν) ζωτικὸν μὴ δὲ γόνιμον ἔχον τοῖς δικαίοις
(57) πα(ρα)πλησίως· οὔτε αὐτοὶ οὔτε οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀναστήσονται ἐν βουλῆι (βουλῇ) δικαίων· κοινὸν γ(ὰρ) τοῦτο καταμφοτέρων (κατ᾿ ἀμφοτέρων)·
[= Eusebius, fr. 8 in Ps 1,5 (Villani) - paraphrase] ἀναστή
(58) σονται γὰρ ἐπὶ κολάσει καὶ τιμωρία (τιμωρίᾳ)· πᾶν γὰρ τὸ ποίημα ἄξει ὁ θς (θεὸς) εἰς κρίσιν ἐν παντὶ παρεωραμένω (παρεωραμένῳ)· ἐάν τε ἀγα
(59) θὸν ἦ (ᾖ) ἐάν τε πονηρὸν· 〈πονηρόν·〉
[Koh 12,14] σημείωσαι (δὲ) ὅτι πρῶτο(ς) δαδ (Δαυῒδ)· (καὶ) ἀνάστασιν καὶ (καὶ) κρίσιν· καὶ (καὶ) ἐπαγγελίαν ζωῆς μελλούσης· σαφῶς ἐδί
(60) δαξε Μωσέως πα(ρα)δεδωκότο(ς) τοιοῦτον οὐδέν•
[= Eusebius, fr. 8 in Ps 1,5 (Villani) - quotation (continued)] ἄλλω(ς)· Καθυπερβατὸν (καθ᾿ ὑπερβατὸν) νοητέον· ἐν τῆ (τῇ) κρίσει φη(σὶν) οὐκ ἀναστήσονται·
(61) οὔτε οἱ ἀσεβεῖς οὔτε οἱ ἁμαρτωλοὶ ἐν τῆ (τῇ) βουλῆ (βουλῇ) τῶν δικαίων·
[= fons ignotus in Ps 1,5 (ed. Dorival IV 368)] ἕτερα γὰρ πε(ρὶ) κατέρων ἐβουλεύσατο· τοῖς μὲν γὰρ δι
(62) καίοις· τὴν βασιλείαν ἀποδίδωσι· τοῖς δὲ ἁμαρτωλοῖς ἐρεῖ· ἀποστραφήτωσαν οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸν ἅδην (ᾅδην)•
[= Athanasius, schol. in Ps 1,4b (fr. 1 Vian 19, 2–4) - quotation] [... (3 character(s) left intentionally blank)]
(63) ἄλλω(ς)· Οἱ γὰρ μὴ γινώσκοντες ἢ σεβασθέντες θν (θεὸν)· μετὰ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ· ἔχουσι γὰρ τὴν ἀπόφασιν αὐθαίρετον· οὐ γὰρ
(64) εὑρίσκεται ἐν αὐτοῖς ἔργον δικαιοσύνης•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 1,5 - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς)· Διατοῦτο (Διὰ τοῦτο) τὸ μὴ ἔχειν ῥίζαν ὑπὸ ἀνέμου ῥιπίζονται· ἄνεμον δεῖ νοεῖν· [= Athanasius, schol. in Ps 1,5a - quotation-abbreviated]

(26v)

[margin top]
(1) [perioche] ⁘ προφητεία πε(ρὶ) χυ (Xριστοῦ) καὶ κλήσεως ἐθνῶν· [hypopsalmos] Β´ ἀλληλούϊα·
[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 1,6]
(2) Θ ῞Οτι γινώσκει κς (κύριος) ὁδὸν δικαίων καὶ ὁ
(3) δὸς ἀσεβῶν ἀπολεῖται•
(4) [left margin] Β´ [middle of the page - hexaplaric variant] ⁘ ἐν τῷ ἑβραϊκῶ (ἑβραϊκῷ) συνημμένοι
(5) εἰσὶν οἱ δύο ψαλμοί· † ἀνεπίγρα [right margin] φο(ς) παρ᾿ ἑ
(6) βραίοις
[Ps (LXX) 2,1]
(6) ΑἹνατί (Ἵνα τί) ἐφρύαξαν ἔθνη καὶ λαοὶ ἐ
(7) μελέτησαν κενά•;
[Ps (LXX) 2,2]
παρέστησαν οἱ
(8) βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ ἄρχοντες
(9) συνήχθησαν ἐπιτοαυτό (ἐπὶ τὸ αὐτό)• κατὰ
(10) τοῦ κυ (κυρίου) καὶ κατὰ τοῦ χριστοῦ αὐτοῦ•
[main text] [commentary]
(1) τὴν ἀπειλὴν τοῦ θυ (θεοῦ) τὴν λέγουσαν· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον· [Mt 25,41] καὶ τὴν τοιαύτ(ην)
(2) ἀκούσαντες φωνὴν καταπεσοῦνται δικαίως· ὅτι οὐκ ἐγνώκασι χν (Χριστὸν)· ὃς ἐστὶ τ(ῶ) (τῷ) πιστεύοντι στηριγμὸς καὶ θε
(3) μέλιο(ς)τὸ εἰς κρίσιν φη(σὶν) οὐκ εἰς ἐρώτησιν θυ (θεοῦ)• [= fons ignotus in Ps 1,5a (= PG 27,64 A6–7; cf. Analecta Sacra II (446, 23–24))] [left margin] Θ´ [main text] Θεοδω(ρήτου)· Τὸ γινώσκει· οὐκ ἐπὶ γνώσεως ἔλαβεν ἀλλ’ ἐπὶ οἰκειώσε(ως)
(4) καὶ ἐπιμελείας· ἀντὶ τοῦ οἰκειοῦται γὰρ ὁ θς (θεὸς) τῶν δικαίων τὰς πράξεις· τῶν (δὲ) ἀσεβῶν τὰ ἐπιτηδεύματα. ἀπω
(5) λεία (λείᾳ) παραδοθήσονται τοῖς ἐργασαμένοις•
[= Diodorus Tarsensis, comm. in Ps 1,6a–b (11, 78–83 Olivier) - quotation] Ὡριγέ(νους)· Σημείωσον ὅτι καλὸν μόνον γινώσκεται ὑπὸ θυ (θεοῦ)· φαῦλον (δὲ)
(6) οὔ· ὡς τὸ ἔγνω κς (κύριος) τοὺς ὄντας αὐτοῦ [2 Tim 2,19]•
[= Origenes in Ps 1,6 (cf. PG 23,80 C7–9; 11) - paraphrase] Ἀθανα(σίου)· Ἐν τῆ συναγωγῆτῇ συναγωγῇ τῶν δικαίων λέ(γει)· ἀφορίζει γὰρ τοὺς δικαίους ἀ
(7) πὸ τῶν ἁμαρτωλῶν•
[= Hesychius, schol. nr. 12 in Ps 1,5b (Antonelli) - quotation] τ(οῦ) αυτ(οῦ) (αὐτοῦ) Τὸ γινώσκει ἀντὶ τοῦ τιμᾶ (τιμᾷ)· κατὰ τὸ εἰρημένον ὑπὸ τοῦ θυ (θεοῦ) πρὸς Μωϋσῆν· γινώσκω σε
(8) παρὰ πάντας· ἀντὶ τοῦ τιμῶ σε· καὶ εὗρες χάριν ἐναντίον μου•
[= Athanasius, schol. in Ps 1,6a - quotation] ἄλλω(ς)· Ἔγνωσται γὰρ τῶ (τῷ) θω (θεῷ)· καὶ ἡ τῶν δικαίων ὁδὸ(ς)
(9) καὶ ἡ τῶν ἀδίκων· ἀντὶ τοῦ κακείν(ων) (κἀκείνων) καὶ τούτ(ων) τὰ ἔργα γινώσκει· καὶ τὴν μὲν ἀγαπᾶ (ἀγαπᾷ) καὶ σώζει· τὴν δὲ μισεῖ καὶ βδε
(10) λύσσεται καὶ ἀπορρίπτει ὡς ἄχρηστον•
[= Hesychius, comm. brevis 1,6 - quotation] ἄλλω(ς) Ἐπειδὴ αἱ πράξεις αὐτῶν ἐν αἷς περιεπάτουν ὀρθαὶ ἦσαν• [= Hesychius, schol. nr. 13 in Ps 1,6a (Antonelli) (PG 27,652 C10–11) - quotation] [... (2 character(s) left intentionally blank)]
(11) ἄλλω(ς) Σημείωσαι καθολικῶς ὅτι καλὸν μὲν γινώσκεται ὑπὸ τοῦ κυ (κυρίου)· φαῦλον δὲ οὐδὲν οὐδέποτε· [= Origenes in Ps 1,6 (= PG 23,80 C7–9) - quotation] κακῶς φῆς (φὴς) καὶ
(12) ἐπισφαλῶς αἱρετικὲ· 〈αἱρετικέ·〉 οὐ γὰρ ἐκφεύξει· τὸν πάντα εἰδότα καὶ γινώσκοντα•
[= fons ignotus] ἄλλω(ς) Ὁδὸν τῶν ἀσεβῶν ἀπόλυσι διω
(13) θώσατο τὰς τῶν αἱρετικῶν ὑπονοίας· οἰηθέντες τὰς οὐσίας εἰς τὸ μὴ ἀφανίζεσθαι ἐκ τοῦ εἰρῆσθαι· ἀλλ’ ἢ
(14) ὡσεὶ χνοῦς· ὃν ἐκῥίπτει (ἐκρίπτει) ἄνεμος ἀπὸ προσώπ(ου) τῆς γῆς· ἀπολυμένης γὰρ τῆς ὁδοῦ ἀνύπαρκτος ἡ ἀσέβεια
(15) γίνεται· τῶν οἷς συμβέβηκεν καταλειπομένων•
[= fons ignotus in Ps 1,6 (= Analecta Sacra II (447, 10–18))] ἄλλω(ς) Τὰ ἐπιτηδεύματα τοῦ διαβόλου μετὰ τὴν ἀνάστασιν·
(16) οὐκ ἔτι ἔσονται•
[= Hesychius, schol. nr. 14 in Ps 1,6b (Antonelli) - quotation]
(17) [left margin] |LINKING SIGN EIGHT|
[main text] [hypothesis]
(18) ὑπόθεσις τοῦ δευτέρου ψαλμ(οῦ)· [= Hesychius, Hypothesis in Ps 2 (Antonelli) - quotation]

[main text] [hypothesis]

(19) Ἡ τοῦ ψαλμοῦ προκειμένη ἐπιγραφὴ ἀνεπίγραφος·
(20) ὅπερ δηλοῖ ἀγν(ω)σίαν ἐθνῶν τὲ καὶ ἰουδαίων· πᾶν
(21) γὰρ τὸ ἀνεπίγραφον· ἄδηλον ὑπάρχει τοῖς πολλ(οῖς)·
(22) ἀγνωσίας οὖν ἰουδαίων τὲ καὶ ἐθνῶν· κατηγορεῖ ὁ
(23) ὑποτεταγμένο(ς) ψαλμός· ἀγνωσίαν δὲ ἣν ἐσχηκότες δεί
(24) κνυνται περὶ τὸν ἑαυτῶν δεσπότην καθὰ γέγρα
(25) πται· ἐν τῶ κόσμω (τῷ κόσμῳ) ἦν καὶ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο·
(26) καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω·
[Jo 1,10] εἰ γὰρ ἔγνωσαν αὐτὸν· οὐ
(27) κ ἂν αὐτὸν στρω (σταυρῷ) προσέπηξαν· τὴν οὖν ἄγνοιαν αὐτ(ῶν)
(28) ἐπειδὴ ὁ ψαλμὸς δηλοῖ· διατοῦτο (διὰ τοῦτο) ἀνεπίγραφος· ἐ
(29) πίκειται αὐτῶ (αὐτῷ) ὡς πλέον πλησθήση (πλησθήσῃ) ἐπιστήσας ἑ
(30) αυτὸν τῶ ψαλμῶ (τῷ ψαλμῷ)•
[= Hesychius, Hypothesis in Ps 2 (Antonelli) - quotation (continued)]
[main text] [commentary] [left margin] |LINKING SIGN EIGHT| [main text] ἄλλω(ς)· δαδ (Δαυῒδ) ἱκανὸς χειρὶ ἑρμη
(31) νεύεται· ἱκανὸς δὲ χειρὶ ὁ χς (Χριστὸς)· ἢ πάντα ἔσω τῆς χειρὸς
(32) ἔχων· τουτέστιν εἰς αὐτὸν ἐλέχθη ἡ προφητ(εία). 〈·〉 λέγει γὰρ τῶι (τῷ)
(33) δαδ (Δαυῒδ)· ὡς ἐξ αὐτοῦ τὸ κατὰ σάρκα•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2 (in titulum; Jacić) - quotation] [left margin] Α´ [main text] Ἐν τῆ (τῇ) μνή
(34) μη (μῃ) τῶν ἀσεβῶν τὸν πρῶτον συμπεράνας ψαλ
(35) μὸν· ἐκ ταύτης πάλιν τοῦ δευτέρου τὴν ἀρχὴν
(36) ἐποιήσατο· διδάσκων ὅτι τὸ προειρημένον τῶν ἀσεβῶν τέλος· καὶ τοὺς κατὰ τòν σρα (σωτῆρα) λυττήσαντας βα
(37) σιλέας τὲ καὶ ἄρχοντ(ας) καὶ ἰουδαίους καὶ ἐθνικοὺς ὑποδέξεται· ἐν γὰρ τῶ δευτέρω (τῷ δευτέρῳ) ψαλμῶι (ψαλμῷ) τοῦ δεσπότου χυ (Χριστοῦ) καὶ
(38) τὰ ἀνείατα 〈ἀνίατα〉 πάθη· καὶ τὴν βασιλείαν προαγορεύει· καὶ μέντοι καὶ τῶν ἐθνῶν προθεσπίζει τὴν κλῆσιν· (καὶ)
(39) τὴν ἰουδαίων ἀπιστίαν θρηνεῖ· τὸ γὰρ ἱνατί (ἵνα τί) ἐφρύαξαν ὀδυρμοῦ ἐστι καὶ μεμφομένου τὴν ἄνοιαν·
[= Theodoretus, comm. in Ps 2 (in titulum; PG 80, 873 Β12–C9) - quotation] προσφυ
(40) ῶς δὲ καὶ λίαν εἰκότως τὸ ἐμελέτησαν κενὰ τῶ (τῷ) τοῦ λαοῦ προσώπω (προσώπῳ) συνήρμοσεν· ἰουδαῖοι γὰρ τὴν πονηρὰν ταύ
(41) την ἐποιήσαντο κατὰ τοῦ σρς (σωτῆρος) μελέτην· καὶ μάρτυς ἡ τῶν ἱερῶν εὐαγγελίων ἱστορία διδάσκουσα·ὡς ἐξελθόν
(42) τες οἱ φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσι·
[Mc 3,6] καὶ ὁ Καϊάφας βοῶν· συμφέρει ἵνα εἷς ἄνος (ἄνθρωπος) ἀπο
(43) θάνη (θάνῃ)·
[Jo 11,50] τὸ δὲ ἐφρύαξαν· ὁ μὲν Ἀκύλας ἐθορυβήθησαν· ὁ δὲ Σύμμαχος κυκᾶ (κυκᾷ) ἡρμήνευσαν•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,1 (PG 80, 876 A3–13) - quotation] ἄλλω(ς) Ἱνατί (Ἵνα τί) ἐπήρ
(44) θησαν κατὰ τοῦ θυ (θεοῦ) καὶ ἐβουλεύσαντο ἅπερ οὐκ ἠδύναντο τελέσαι κατ᾿ αὐτοῦ τοῦ κυ (κυρίου)• (;)
[= Hesychius, schol. nr. 1; 2 in Ps 2,1 (Antonelli) - quotation] ἄλλω(ς) Φρύαγμα ἐστὶ
(45) τὸ ἀλόγιστον φρόνημα•
[= Athanasius, schol. in Ps 2,1a - glossai - quotation] ἄλλω(ς) Ὑπερηφανεύσαντο ἐμεγαλοφρόνησαν• [= fons ignotus in Ps 2,1a (in ἐφρύαξαν) - unknown] Ὡριγέ(νους)· Τοῦτο παρατηρητέον ὅτι
(46) ἔθος τοῖς ο (ο´) πολλάκις τὰς περὶ χυ (Χριστοῦ) προφητείας ὡς ἤδη γενομένας ἀπαγγέλλειν· καθάπερ ἐν τῶ (τῷ) ἔδωκαν εἰς
(47) τὸ βρῶμα μου χολὴν καὶ εἰς τὴν δίψαν μου ἐπότισάν με·
[Ps 68,22] καὶ διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου· [Ps 21,19a] καὶ λαὸς ὃν οὐκ ἔ
(48) γνων ἐδούλευσέ μοι·
[Ps 17,44c] οἰόμεθα δὲ αὐτοὺς· τῶ (τῷ) τὸν θν (θεὸν) εἰδέναι τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν· καὶ τὸν χν (Χριστὸν) αὐτοῦ (καὶ)
(49) τὰ ἐν ἀνθρωπήσει αὐτοῦ συμβησόμενα αὐτῶι (αὐτῷ) πάθη λέγειν· τῶ (τῷ) λελογίσθαι αὐτὰ ἤδη γεγονέναι τὸ 〈τῷ〉 τάδε (καὶ)
(50) τάδε πεπονθότα 〈πεπονθότι〉· ὁμοίως δὲ καὶ ὅτι τὸ πνα (πνεῦμα) τὸ ἅγιον τὰ περὶ αὐτοῦ διηγεῖτο ὥσπερ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχει ῥητ(ὰ)·
(51) ἱνατί (ἵνα τί) ἐφρύαξαν· οὐ τοῦτο δὲ φαμὲν ὡς οὐδέποτε εἰς μέλλοντα χρόνον ἐκκλινομένων τῶν προφητευομέν(ων)
(52) περὶ αὐτοῦ· ἰδοὺ γάρ φη(σι) συνήσει ὁ παῖς μου καὶ δοξασθήσεται καὶ ὑψωθήσεται [Is 52,13]•
[= Origenes, fr. in Ps 2,1 (PG 12, 1104 C3; C7–D8) - quotation] τ(οῦ) αὐτ(οῦ) Λαοὺς ἐνταῦθα φη(σὶ) τοὺς ἐκ πε(ρι)
(53) τομῆς· κενὰ γὰρ ἐμελέτησαν τοὺς προφητ(ας) (προφήτας)· τὸν ἐν αὐτοῖς χν (Χριστὸν) μὴ νοήσαντες•
[= Origenes, fr. in Ps 2,1 (cf. PG 12, 1101 A13; A16–B4) - quotation] Ἀθα(νασίου) Ἡ γὰρ εἰς τὸν χν (Χριστὸν) ἐπιβουλὴ καὶ
(54) εἰς αὐτὸν ἀνατρέχει τὸν πρα (πατέρα)· εἰ γὰρ ὁ πηρ (πατὴρ) ἐν τῶ υἱῶι (τῷ υἱῷ)· καὶ ὁ υἱὸς ἐν τῶ (τῷ) πρι (πατρὶ)· πῶς οὐ καὶ μία ἡ εἰς αὐτοὺς ὕβρις γέ(νο)ι(τ)ο· (;)
[= Athanasius, schol. in Ps 2,2c - quotation]
(55) ἄλλω(ς) Τουτέστιν ἱνατί (ἵνα τί) τὸ ἔθνος τῶν ἰουδαίων· ἐθυμομάχουν καὶ ἔβρυχον κατὰ τοῦ χυ (Χριστοῦ)· μελετῶντες τὸν θάν(α)
(56) τον αὐτοῦ· (;) ἀπέβη δὲ αὐτοῖς εἰς κενόν•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,1 (Jacić) - quotation] ἀπὸ κοινοῦ τὸ ἱνατί (ἵνα τί)· τουτέστιν διατί (διὰ τί) οἱ λαοὶ ἐμελέτησαν κενὰ• 〈κενά;〉 πῶς
(57) γὰρ οὐκ ἐνὶ αὐτοῖς γέγονεν ἡ μελέτη· μὴ δεξαμένη τὸν σρα (σωτῆρα) τοῦ γένους• (;)
[= Athanasius, schol. in Ps 2,1a - quotation] ἄλλω(ς) Ἡρώδης καὶ Πόντιος Πιλάτος·
(58) ὁ μὲν ὑπὸ τοῦ ῥωμαίων ἀπέσταλτο βασιλέ(ως)· τὴν ἐκείνου διέπειν ἀρχήν· ὁ δὲ τοπάρχης ἰουδαίων κατἐκεῖνον (κατ’ ἐκεῖνον) ἐτύγχα
(59) νε τὸν καιρὸν· 〈καιρόν·〉 καὶ ὁ μὲν εἶχεν ἐξ ἰουδαίων ὑπηκόους· ὁ δὲ τοὺς ἐξ ἐθνῶν στρατιώτας•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,1 (PG 80, 873 C13; C15–D4) - quotation] ἄλλω(ς) Οἱ ἀρχιερεῖς Ἄννας
(60) καὶ Καϊάφας·
[= fons ignotus; cf. e.g. Hesychius, schol. nr. 4 in Ps 2,2b–c (Antonelli)] ἀλλ’ ὅμως κατ᾿ αὐτο 〈αὐτὸ〉 γενόμενοι· καὶ τὸν δεσποτικὸν τυρεύσαντες φόνον· κενὰ καὶ μάταια ἐβουλεύ
(61) σαντο· τὸ λήθην παραδοθῆναι μὴ δυνηθέντες τὸν ὑπ’ αὐτῶν στρωθέντα (σταυρωθέντα)· τῆ τρίτη (τῇ τρίτῃ) γὰρ ἀναστὰς ἡμέρα (ἡμέρᾳ) τὴν
(62) οἰκουμένην ἐκάλεσεν•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,1 (PG 80, 873 D4–876 A3) - quotation] ἄλλω(ς) Διὰ τὸ οὖν πληθυντι(κῶς) εἰρημένον παρέστησαν οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς· καὶ οἱ ἄρ
(63) χοντες συνήχθησαν· οἱ ἀπόστολοι δηλονότι ἐπὶ ἕνα ἥρμοσαν πᾶσαν τὴν κτίσιν· συνήχθησαν γὰρ ἐπαλη (ἐπ᾿ ἀλη)
(64) θείας ἐν τῆ (τῇ) πόλει ταύτη (ταύτῃ)· Ἡρώδης τε καὶ Πόντιος Πιλάτο(ς)·
[Act 4,27] ἀλλ᾿ οὐκ ἐσφάλησαν· μετὰ γὰρ τοῦ ἄρχοντος τοῦ Πιλατ(ου)
(65) τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐσήμανεν•
[= Asterius, hom. 2, 5–6 in Ps 2,2a–b (6, 3–13 Richard) - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς) Οὔτε γὰρ ὑπετάγησαν τῶ ζυγῶ (τῷ ζυγῷ) τῆς πίστεως τοῦ χυ (Χριστοῦ)· ἰουδαῖοι παν [= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,3 (Jacić) - quotation]

(27r)

[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 2,3]
(1) ΒΔιαρρήξωμεν τοὺς δεσμοὺς αὐτῶν (καὶ)
(2) ἀπορρίψωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὸν ζυγὸν αὐτ(ῶν)·
[Ps (LXX) 2,4]
(3) ΓὉ κατοικῶν ἐν οὐνοῖς (οὐρανοῖς) ἐκγελάσεται αὐ
(4) τούς· καὶ ὁ κς (κύριος) ἐκμυκτηριεῖ αὐτούς•
[Ps (LXX) 2,5]
(5) ΔΤότε λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῆ (ὀργῇ)
(6) αὐτοῦ· καὶ ἐν τῶι θυμῶι (τῷ θυμῷ) αὐτοῦ
(7) ταράξει αὐτούς•
[Ps (LXX) 2,6]
(8) ΕἘγὼ δὲ κατεστάθην βασιλεὺς ὑπ’ αὐ
(9) τοῦ· ἐπὶ Σιὼν ὄρος τὸ ἅγιον αὐτοῦ·
[Ps (LXX) 2,7]
(10) διαγγέλλων τὸ πρόσταγμα κυ (κυρίου)•
(11) SΚς (Κύριος) εἶπε πρός με υἱός μου εἶ σύ· ἐγὼ
(12) σήμερον γεγέννηκά σε•
[main text] [commentary]
(1) ταχοῦ ἀντέστησαν• [= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,3 (Jacić) - quotation (continued)] ἄλλω(ς) Τὸν σύνδεσμον τῆς ἀγάπης· ὃν εἶχον οἱ ἄγγελοι μετ᾿ αυτών 〈αὐτῶν〉• [= Hesychius, schol. nr. 5 in Ps 2,3a (Antonelli) - quotation] ἄλλω(ς) Kατὰ γὰρ τοῦ κυ (κυρίου) γέγοναν· [= Athanasius, schol. in Ps 2,3a - paraphrase-abbreviated]
(2) οὐ γὰρ ἤθελον εἴσω τῆς ἱερᾶς σαγήνης γενέσθαι· πε(ρὶ) ἧς γέγραπται· ὁμοία ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐνῶν (οὐρανῶν) σαγίνη (σαγίνῃ) [Mt 13,47] [= Athanasius, schol. in Ps 2,3a - quotation] οὗ καὶ εἴ
(3) ρηκεν· ὁ γὰρ ζυγός μου χς (χρηστóς) ἐστιν [Mt 11,30]•
[= Athanasius, schol. in Ps 2,3b - quotation] ἄλλω(ς) Πάντες ὅσοι ἀνθρώπειον φρόνημα διὰ τῆς εἰς χν (Χριστὸν) πίστεως εἶχον· τούτους γελῶ
(4) σι καὶ πατῶσιν•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,4 (Jacić) - quotation] ἄλλω(ς) Λαβόντες γὰρ τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων. οὐκ ἐφύλαξαν· ἀλλ᾿ ἐδουλώθησαν τῆ ἁμαρτ(ία) (τῇ ἁμαρτίᾳ)• [= Hesychius, schol. nr. 6 in Ps 2,3b (Antonelli) - quotation]
(5) [left margin] Θεοδω(ρήτου) [main text] Ὅτι δὲ ζυγὸς ὁ νόμος. ἔφη Πέτρος ἐν ταῖς πράξεσι· τί πειράζετε τὸν θν (θεὸν)· ἐπιθεῖναι ζυγὸν ἐπὶ τὸν τράχηλον τῶν μα
(6) θητῶν· ὃν οὔτε οἱ πρες (πατέρες) ἡμῶν· οὔτε ἡμεῖς ἰσχύσαμεν βαστάσαι• (;)
[Act 15,10]
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,3 (PG 80, 876 D4–877 A2) - paraphrase-abbreviated] |HORIZONTAL LINE| Β (Β´) Τοῖς πεπιστευκόσιν οἶμαι παρεγγυᾶν
(7) τὸ πνα (πνεῦμα) τὸ ἅγιον ταῦτα λέγειν· διαρρήξωμεν τοὺς δεσμοὺς τῶν δυσσεβῶν ἐθνῶν· καὶ ἀπορρίψωμεν ἀφ’ ἡμῶν τὸν
(8) ζυγὸν αὐτῶν· καὶ λάβωμεν ἐφ’ ἡμᾶς τὸν χρηστὸν τοῦ κυ (κυρίου) ζυγὸν· (ζυγόν·) καὶ αὐτὸς δὲ ὁ νόμος ζυγὸς προσηγόρευται•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,3 (PG 80, 876 C10–D1; D4–5) - quotation-abbreviated]
(9) [left margin] |HORIZONTAL LINE| Γ´[main text] Ὁ γὰρ ὑπ’ αὐτῶν προσηλωθεὶς· ἐν οὐνοῖς (οὐρανοῖς) ὢν καὶ τὰ πάντα περιέχων· κενὰς αὐτῶν καὶ ματαίας δείκνυσι τὰς
(10) βουλὰς· καὶ ὁ τούτου δὲ πηρ (πατὴρ) τὴν ἀξίαν αὐτοὺς εἰσπράξεται δίκην·
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,4 - quotation-abbreviated] τότε γάρ φη(σι) λαλήσει πρὸς αὐτοὺς· τουτέστι (καὶ)
(11) τούτων δὲ τῶν ῥημάτων τὴν ἑρμηνείαν· διδάσκει τῶν πραγμάτων τὸ τέλος· στρατιᾶ γὰρ αὐτοῖς ἐπιστᾶσα
(12) ῥωμαϊκὴ· τήν τε πόλιν ἐπολιόρκησεν, καὶ τὸν ναὸν ἐνέπρησε· καὶ τοὺς πλείστους αὐτῶν θανάτῳ παρέ
(13) πεμψεν•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,5 (PG 80, 877 B4–10) - quotation] Ἡσυχ(ίου) Οὐκ εἶπεν γελάσεται· ἀλλ᾿ ἐκγελά
(14) σεται· οὐδὲ μυκτηριεῖ· ἀλλ᾿ ἐκμυκτηριεῖ· τουτέστι δη
(15) μοσιεύσῃ 〈μοσιεύσει〉 τὴν ἐπ᾿ αὐτοῖς χλεύην· τοῦτο γάρ ἐστι μυκτη
(16) ρισμὸς 〈ρισμός〉· καὶ ἀπογυμνώσει· τὸν ἐπὶ τοῖς ἰουδαίοις
(17) καὶ τοῖς ἔθνεσι τοῖς ἀσεβοῦσι γέλωτα· οἷα ἀνθοἵ (ἀνθ᾿ οἵ)
(18) ων εἵλοντο· οἱ μὲν δαίμονας ἀντὶ θυ (θεοῦ)· οἱ δὲ ἀντὶ τῆς
(19) ἀληθείας τὴν σκιάν· θυσίας τὲ ἀλόγους· ἀντὶ τῆς λο
(20) γικῆς τοῦ χυ (Χριστοῦ) θυσίας ἑκάτεροι· καὶ ὅτι μάτην τὰ χυ (Χριστοῦ)
(21) πάθη χλευάζουσιν οὐκ ἄλλως σωθῆναι· διὰ μόνης
(22) δὲ τῆς εἰς αὐτὰ δυνάμενοι πίστεως•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 2,4 - quotation] ἄλλω(ς) Ἐξουδε
(23) νώσει γὰρ αὐτοὺς ἐν τῆ ἡμέρα (τῇ ἡμέρᾳ) τῆς κρίσεως•
[= Hesychius, schol. nr. 7–8 in Ps 2,4 (Antonelli) - quotation] [right margin] |HORIZONTAL LINE| [main text] Ἡσυχίου
(24) [left of the commentary] Δ´ [main text] Ὡς ὅτἂν (ὅταν) ὁ χς (Χριστὸς) ἐν εὐαγγελίοις λέγει· τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμ
(25) ψουσιν ὡς ὁ ἥλιος
[Mt 13,43] ἑπταπλασίως· τότε τοίνυν ὁ δί
(26) καιος κριτὴς ἐν ὀργῆ (ὀργῇ) λαλήσει· τοῖς τῶν ἡμαρτημέν(ων)
(27) ἐνταῦθα λαβεῖν τὴν συγγνώμην ὀκνήσασιν•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 2,5a - quotation] ἄλλω(ς)
(28) Ἐν τῇ κρίσει λαλήσει πρὸς αὐτοὺς ἐν ὀργῇ αὐτοῦ· καὶ ἀ
(29) πορρίψει αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ προσώπου αὐτοῦ•
[= Hesychius, schol. nr. 9; 10 in Ps 2,5 (Antonelli) - quotation] ἄλλω(ς)
(30) Τότε πότε· (;) ἐν τῆ ἡμέρα τῆ φοβερᾶ (τῇ ἡμέρᾳ) τῇ φοβερᾷ· ὅτἂν (ὅταν) ἴδωσι τ(ὸν)
(31) χν (Χριστὸν) ἐρχόμενον μετὰ δόξης καὶ δυνάμεως πολλῆς·
(32) τότε ταράσσονται καὶ τῶ φόβω (τῷ φόβῳ) στροβοῦνται· αὐστη
(33) ρὸν γὰρ αὐτὸν ἔχουσιν•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,5 (Jacić) - quotation] ἄλλω(ς) Τότε πότε ἢ ὅτε ἔλεγον·
(34) διαρρήξωμεν τοὺς δεσμοὺς αὐτοῦ· (;) τί δέ ἐστιν τὰ ἐν
(35) ὀργῆ (ὀργῇ) παρ’ αὐτοῦ λαληθέντα ἢ τὸ οὐαὶ ὑμῖν γραμμα
(36) τεῖς καὶ φαρισαῖοι ὑποκριταὶ·
[Mt 23,13 et seq.] ὅτι ἀρθήσεται ἀφ’ ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ· καὶ δοθήσεται ἔθνη 〈ἔθνει〉 ποιοῦντι τοὺς
(37) καρποὺς αὐτῆς·
[Mt 21,43] καὶ τό τε ὑμῖν τοῖς νομικοῖς οὐαί• (;) [Lc 11,46]
[= Athanasius, schol. in Ps 2,5a - quotation] |HORIZONTAL LINE| Ε (Ε´) Προσήκει ἐνταῦθα στίξαι ἐν τῶ (τῷ) βασιλεὺς ὑπ᾿αὐ
(38) τοῦ· εἶτα ἐπαγαγεῖν ἐπὶ Σιὼν ὄρος· οὐ γὰρ τοῦ Σιὼν ὄρους βασιλεύει μόνου· ἀλλ’ ὁρατῶν καὶ ἀοράτων· ἐπὶ δὲ τοῦ
(39) Σιὼν ὄρους καὶ τῆς Ἰουδαίας τὴν θείαν αὐτοῦ διδασκαλίαν τοῖς προσιοῦσι προσήνεγκεν· οἱ δέ γε ταύτην δε
(40) ξάμενοι· μετωχέτευσαν εἰς πᾶσαν τὴν οἰκουμένην τὰ νάματα•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,6 (PG 80, 877 C5–13) - quotation-abbreviated] Γρηγορίου ΝαζιανζοῦBασιλεύειν γὰρ λέ
(41) γεται· καθἓν (καθ’ ἓν) μὲν ὡς παντοκράτωρ καὶ θελόντων καὶ μὴ· καθἕτερον (καθ’ ἕτερον) δὲ ὡς ἐνεργῶν τὴν ὑποταγὴν· καὶ
(42) ὑπὸ τὴν αὐτοῦ βασιλείαν τιθεὶς ἡμᾶς· ἑκόντας δεχομένους τὸ βασιλεύεσθαι· τῆς μὲν οὖν ἐκείνης νοουμέν(ης)
(43) βασιλείας· οὐκ ἔστιν πέρας· τῆς δευτέρας δὲ. τί• (;) τὸ λαβεῖν ἡμᾶς ὑπὸ χεῖρα καὶ σωζομένους•
[= Gregorius Naz., or. 30, 4 (in Lc 1,33; 1 Cor 15,25 (176, 5–10 Barbel)) - quotation] Κυρίλλου·
(44) Ἀνενδεὴς γὰρ κατὰ φύσιν ὑπάρχων· ὅσα λέγεται λαμβάνειν· ἵνα ἡμεῖς μετάσχωμεν· εἴληφεν [= Cyrillus, fr. in Ps 2,6a (PG 69, 720 C9–11) - quotation] ὡς προϋπαρχ(ων) (προϋπάρχων) εἰς τὰ
(45) ἴδια ἐλθεῖν· καὶ ὡς εἰς δόξαν ἀσυνηθ(η) (ἀσυνήθη) τῆς βασιλείας καλούμενο(ς) ἔφασκεν· ἐγὼ δὲ κατεστάθη βασιλεὺς ὑπ᾿ αὐτοῦ· ὅ
(46) πως ἡμᾶς εἰς τὰ βασίλεια καλέση (καλέσῃ) οὐνοῦ (οὐρανοῦ)· ὥσπερ οὖν καὶ εἰς υἱοποιΐαν αὐτὸ(ς) υἱοποιηθεὶς· – (καὶ) γὰρ τοῖς ἐξ Ἀδὰμ κακ(οῖς)·
(47) τὸ γένο(ς) ἅπαν τῶν ἀνων (ἀνθρώπων) καταπεφόρτιστο· – οὕτω τὰ ἐν χω (Χριστῷ) πάντα πρὸ(ς) ἅπαν τὸ γένο(ς) διέδραμ(εν)•
[= Cyrillus, fr. in Ps 2,6a (cf. PG 69, 721 B4–C4) - quotation] ἄλλω(ς) Ὁ γὰρ ὑπ’ αὐτ(ῶν)
(48) προσηλωθεὶς· καὶ θανάτω (θανάτῳ) πα(ρα)δοθεὶς· ἐν οὐνοῖς (οὐρανοῖς) κατοικεῖ· καὶ ὁ τούτ(ων) δὲ καὶ ὁ τ(ῶν) ἁπάντ(ων) δεσπότ(ης) τούτους ἐξουδεν(ώ)
(49) σει· καὶ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ εἰσπράττεται δίκην·
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,4 - quotation-abbreviated] ἐπιστῆσαι (δὲ) προσήκει τ(ὸν) νοῦν· ὡς δύο προσώπ(ων) ἐφἑξῆς (ἐφεξῆς) μέμνητ(αι)·
(50) πρῶτ(ον) μὲν ἔφη· κατὰ τοῦ κυ (κυρίου) καὶ κ(α)(τὰ) τοῦ χυ (Χριστοῦ) αὐτοῦ· εἶτα ὁ κατοικῶν ἐν οὐνοῖς (οὐρανοῖς) ἐκγελάσεται αὐτούς•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,5 (PG 80, 877 B11–C1) - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς)·
(51) Ταῦτα φη(σὶν)δαδ (Δαυῒδ) ἐκ προσώπ(ου) τοῦ δεσπότ(ου) χυ (Χριστοῦ)· (καὶ) ὡς μ(ὲν) θς (θεὸς) ἔμφυτον ἔχει τὴν βασιλείαν· ὁ θρόνο(ς) γάρ σ(ου) φη(σὶν) εἰς τὸν αἰῶνα
(52) τοῦ αἰῶνο(ς)·
[Ps 44,7a] ὡς δὲ ἄνος (ἄνθρωπος) χειροτονητὴν δέχεται αὐτὴν παρὰ τοῦ οἰκείου πρς (πατρός)•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,6 (PG 80, 877 D1–6) - paraphrase] ἄλλω(ς)· Ἐγὼ δὲ ἀνεδείχθην ὑπὸ τοῦ
(53) πρς´ (πατρός) μου βασιλεὺς· ἐν τὸ 〈τῷ〉 λέγειν αὐτ(ὸν)· καθὼς ὑποτέτακται ἐνταῦθα· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός• [Mc 1,11; Lc 3,22]
[= Hesychius, schol. nr. 11 in Ps 2,6a (Antonelli) - quotation] [right margin] ἄλλω(ς) [main text] Ὡς ἀποβλη
(54) θέντο(ς) τοῦ ἐξ ἰηλ (Ἰσραὴλ) λαοῦ· τὴν εἰς τὰ ἔθνη γενομένην αὐτοῖς πίστιν διηγεῖται•
[= Athanasius, schol. in Ps 2,6a - quotation] ἄλλω(ς) Ἐν τῆ ἐκκλη(σία) (τῇ ἐκκλησίᾳ)· (καὶ) γ(ὰρ) ἄρτο(ς) ἑρμηνεύ
(55) εται· ὁ γὰρ οὐνιος (οὐράνιος) ἄρτο(ς))· καθεκάστην ἐν τῆ ἐκκλη(σία) (τῇ ἐκκλησίᾳ) ψηλαφᾶται ὑπὸ τῶν πιστ(ῶν)•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,6b (Jacić) - quotation] ἄλλω(ς)Ἐπὶ τοῦ Σιὼν ὄρους τῆς
(56) δαίας· τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ τὴν θεῖαν τοῖς προσιοῦσιν προσήνεγκεν· πρόσταγμα γ(ὰρ) τὸ θεῖον εὐαγγέλιον
(57) λέ(γει)· πορευθέντες γὰρ μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη• [Mt 28,19]
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,6 (PG 80, 877 C9–D1) - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς) Tò Σιὼν ἑρμηνεύεται ὁ τόπο(ς)· ὅπ(ου) ἡ σκηνὴ· 〈σκηνή·〉 βασιλεὺς
(58) οὖν ἀνεδείχθη ὑπὸ τοῦ πρς (πατρὸς) ἐν Σιὼν· τουτέστιν ἐν τοῖς οὐνοῖς (οὐρανοῖς)· ἔνθα ἡ ἀληθινὴ σκηνὴ· ἣν ἔπηξεν ὁ κς (κύριος) (καὶ) οὐκ ἄνος (ἄνθρωπος)• [Heb 8,2]
[= Hesychius, schol. nr. 12 in Ps 2,6b (Antonelli) - quotation]
(59) [right margin] ἄλλω(ς) [main text] Αὐτὸς γὰρ τὴν βουλὴν τοῦ ὑψίστου πρς (πατρὸς)· ἐκήρυξε τοῖς ἀνοις (ἀνθρώποις) καὶ τὴν ζωὴν αὐτοῦ• [= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,7a (Jacić) - quotation] ἐκ τῶν οὐνῶν (οὐρανῶν) ἀκουστὴν ἐποίησ(εν)
(60) τὴν φωνὴν αὐτοῦ βοῶντο(ς) πρός με· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός• [Mc 1,11; Lc 3,22]
[= Hesychius, schol. nr. 13–14 in Ps 2,7a–b (Antonelli) - quotation] |HORIZONTAL LINE| Νῦν ἐφανέρωσε 〈ἐφανέρωσά〉 σε· [Jo 17,6] πρὸ γ(ὰρ) τῶν αἰών(ων) ἀ
(61) ποκεκρυμμένο(ς) ἦς ἐν ἐμοὶ τῶ (τῷ) πρί (πατρί) σου καθὼς γέγραπται πε(ρὶ) αὐτοῦ· ὁ ὢν ἐν τοῖς κόλποις τοῦ πρς (πατρός)• [Jo 1,18]
[= Hesychius, schol. nr. 15 in Ps 2,7c (Antonelli) - quotation] ἄλλω(ς)· Τὴν γν(ῶ)
(62) σιν τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ θυ (θεοῦ) [= Jo 3,18] καὶ τὴν ἐντολὴν τοῦ κυ (κυρίου)• [cf. 1 Cor 14,37]
[= fons ignotus in Ps 2,7] ἄλλω(ς) Τὴν φωνὴν ταύτην οὐκ ἄν τις τῆ (τῇ) θεότητι
(63) προσάψοι τοῦ δεσπότου χυ (Χριστοῦ)· περὶ γὰρ ἐκείνης ἀκούσωμ(εν) τοῦ θυ (θεοῦ) τῶν ὅλων διὰ τοῦ δαδ (Δαβῒδ) λέγοντο(ς)· ἐκ γαστρὸς
(64) προεωσφόρου (πρὸ ἑωσφόρου) ἐγέννησά σε·
[Ps 109,3c] ὡς ἄνος (ἄνθρωπος) τοίνυν καὶ ταύτην δέχεται τὴν φωνήν• (·) ὡς ἄνος (ἄνθρωπος) καὶ τῶν ἐπαγομέν(ων) ἀκούει•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,7b–c - quotation]

(27v)

[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 2,8a]
(1) |LINKING SIGN SEVEN| ZΑἴτησαι παρ’ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι ἔθνη
(2) τὴν κληρονομίαν σου•
[Ps (LXX) 2,8b]
(καὶ) τὴν κατά
(3) σχεσίν σου τὰ πέρατα τῆς γῆς•
[Ps (LXX) 2,9]
(4) |LINKING SIGN EIGHT| ΗΠοιμανεῖς αὐτοὺς ἐν ῥάβδω σιδηρᾶ (ῥάβδῳ σιδηρᾷ)·
(5) ὡς σκεύη κεραμέως συντρί
(6) ψεις αὐτούς•
[main text] [commentary]
(1) [left margin] Εὐσεβ(ίου) [main text] Τὸ ση(μερον) ὄνο(μα) χρόνου ἐστιν· ἰσοδυναμεῖ δὲ τῆι (τῇ) ἐνεστώσῃ ἡμέρᾳ· ἡμέρα δὲ διάστημά τι χρονικὸν ἐστὶν· εἰ οὖν φη(σι)
(2) πρὸς αὐτὸν ὁ κς (κύριος) ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· δηλονότι πε(ρὶ) τῆς χρονικῆς ἔφη γεννήσεως τῆς κατοικονομί(αν) (κατ’ οἰκονομίαν)·
(3) πε(ρὶ) γὰρ τῆς ἀνάρχου· φη(σὶν) αὐτὸς ὁ δαδ (Δαυΐδ)· ἐκ γαστρὸς προεωσφόρου (πρὸ ἑωσφόρου) ἐγέννησά σε· [Ps 109,3c] γεννᾶται γ(ὰρ) σήμερ(ον)· οὐχὶ ἀρχὴν συστά(σεως)
(4) ἐν τῷ γεννᾶσθαι λαμβάν(ων)· κατὰ τὴν σαρκικὴν οἰκονομίαν εἰς υἱοθεσίαν ἐλθὼν καὶ ὁ παρ’ αὐτοῦ δὲ λαβὼν ἐ
(5) ξουσίαν τέκνον θυ (θεοῦ) γενέσθαι ὅτε γίνεται•
[= Eusebius, fr. 7 in Ps 2,7bc (Villani) - quotation-abbreviated]
(6) ἄλλω(ς) Ὅρα πῶς τὴν κατὰ σάρκα γέννησιν τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ· οἰ
(7) κειοῦται ὁ πηρ (πατήρ)•
[= Athanasius, schol. in Ps 2,7b - quotation] [left margin] Ζ´ [main text] |LINKING SIGN SEVEN| Ἐπειδὴ πάλαι μόνων ἰουδαίων ἐδόκει προμηθεῖσθαι ὁ κς (κύριος)· εἰκότως μεταφέροι ἐπὶ τὰ ἔ
(8) θνη τὸν λόγον τὴς προμήθειας· οὐ πάλαι τούτων ἠμεληκῶς 〈ἠμεληκώς〉· τοὺς γὰρ ἐξ ἰουδαίων πεπιστευκότας· – οὐ τοὺς ΙΒ (ΙΒ´)
(9) μόνον ἀποστόλους· ἀλλὰ καὶ τοὺς o (o´) μαθητὰς· καὶ τοὺς ρκ (ρκ´)· καὶ τοὺς φ (φ´)· (καὶ) τοὺς ͵Γ· (καὶ) τοὺς πεντακισχιλίους· [οὓς] ὁ
(10) τῶν ἀποστόλων δημηγορῶν ἐσαγήνευσε· καὶ τὰς πολλὰς μυριάδας· πε(ρὶ) ὧν ὁ μέγας Ἰάκωβο(ς) ἔφη· θεωρεῖς ἀδε(λφὲ)
(11) πόσαι μυριάδες εἰσὶ τῶν πεπιστευκότ(ων) ἰουδαίων,
[Act 21,20] – σὺν τούτοις δὲ καὶ πάντα τὰ ἔθνη ζωγρήσας. τέλος
(12) ἔλαβεν ἡ προφητεία•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,8 (PG 80, 880 C5–881 A9) - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς)· Ἀλλὰ γὰρ ἔπεισί μοι τὴν τῶν ἰουδαίων ἀπιστίαν ὀδύρασθαι· οἱ 〈οἳ〉 τῆς προφητεί
(13) ας ἀκούοντες· τῶν τῆς γῆς περάτων ἄντικρυς γεγενημένης· καὶ εἰδότες ὡς οὐδεὶς τῶν παρ’ αὐτῶν βασι
(14) λέων· τοσαύτην ἡγεμονίαν ἐκτήσατο· ἀλλὰ μόνο(ς) ὁ ἐκ δαδ (Δαυῒδ) κ(α)(τὰ) σάρκα βλαστήσας χς (Χριστὸς)· τυφλώττουσι τῆς δια
(15) νοίας τὰ ὄμματα· κατὰ τὴν προφητείαν τὴν λέγουσαν· ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τύχον 〈τοῖχον〉• [Is 59,10]
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,8 (PG 80, 881 B4–12) - quotation] Ἡσυχ(ίου) Διατοῦ (Διὰ τοῦ)
(16) το ἔλεγεν ἐν εὐαγγελίω (εὐαγγελίῳ)· περ (πάτερ) οὓς δέδωκάς μοι θέλω· ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ· κἀκεῖνοι ὦσιν• [Jo 17,24]
[= Hesychius, schol. nr. 16–17 in Ps 2,8 (Antonelli) - quotation] ἄλλω(ς) Κἂν ποιητής
(17) ἐστι καὶ δημιουργὸς πάσης κτίσεως· ἀλλ’ ὅμως (καὶ)
(18) φύσει δεσπότης ὢν ὡς θς (θεὸς)· λαμβάνει καὶ ὡς ἄνος (ἄνθρωπος)
(19) τῶν ὅλων τὴν δεσποτείαν· καὶ ἐπειδὴ πάλαι μόν(ων)
(20) ἰουδαίων ἐδόκει προμηθεῖσθαι ἀπεβλήθησαν (δὲ)
(21) οὗτοι ὡς οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἐκ τῆς κηδεμονί(ας)
(22) δεξάμενοι. εἰκότως ἐπὶ τὰ ἔθνη φέρει τὴν προμή
(23) θειαν•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,8 (PG 80, 880 C1–10) - quotation-abbreviated] ἄλλω(ς) Παροιστρήσαντος γὰρ ἑνὸς ἔθνους
(24) τοῦ ἐξ ἰηλ (ἰσραὴλ)· πάντα τὰ ἔθνη δίδονται τῶ (τῷ) χω (Χριστῷ)· καὶ
(25) ἀντὶ μιᾶς γῆς φημὶ δὴ τῆς ἰουδαίων· τὰ τῆς οἰ
(26) κουμένης πέρατα•
[= Cyrillus, fr. in Ps 2,8 (cf. PG 69, 721 C10–16) = comm. in Joh. XII (III 52, 6–8 Pusey) - quotation] Κυριλ(λου) (Κυρίλλου)· Ση(μείωσαι)· τοῦτο δείκνυσιν·
(27) ὅτι οὔτε ἐπὶ τοῦ Ζοροβάβελ ὡς ἰουδαῖοι φα(σὶν) ἔχει λόγ(ον)·
(28) ποῖα γὰρ ἔλαβεν ἢ ποῖαν κατάσχεσιν περάτ(ων)
(29) γῆς· (;) ἐπὶ δὲ τοῦ κυ (κυρίου) τοῦ πάντα τὸν κόσμον ὑπαγομέ
(30) νου εἰς τὴν ἑαυτοῦ δεσποτείαν•
[= Cyrillus, fr. in Ps 2,8b (PG 69, 724 B13–C4) - quotation] Ἡσυχ(ίου)· Αἰτεῖ διὰ τὴν
(31) ὑποταγὴν τῆς σαρκὸς· 〈σαρκός·〉 αἰτεῖ δὲ οὐ τοὺς ἰουδαίους· ἀλλὰ τὰ ἔθνη· τοῖς γὰρ ἰοιδαίοις· ὡς ἰουδαῖος ἐπεδήμεσεν• (·)
(32) ἀλλ᾿ ἰουδαῖοι αὐτὸν οὐκ ἐπέγνωσαν•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 2,8a - quotation] Διδυμ(ου)· Ἀλλὰ καὶ τὸ τὴν κατάσχεσίν σου τὰ πέρατα τῆς γῆς νοηθείη
(33) οὕτως ἁπλούστερον· μέχρι τῶν ἐσχάτων ἡ σὴ κρατήσει διδασκαλία· κηρυττομένου τοῦ εὐαγγελίου ἐν πάση (πάσῃ)
(34) τῆι (τῇ) κτίσει τῆ (τῇ) ὑπὸ τὸν οὐνὸν 〈οὐρανόν〉•
[= Didymus, fr. 8 in Ps 2,8 (124, 26–29 Mühlenberg) - quotation] Ἡσυχ(ίου)· Διττῶς τοῦτον νοήσεις· ἢ πάσης ὅτι τῆς γῆς ὁ χς (Χριστὸς) διὰ τῆς πίστεως ἐκυρίευ
(35) σεν· ἢ ὅτι τοῦ χυ (Χριστοῦ) ἡ κατάσχεσις· τουτέστιν ἡ βασιλεία· πέρας τῆς γῆς· δηλαδὴ τέλος τῆς γηΐνης πολιτείας
(36) ἐγένετο•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 2,8b - quotation] Ὡριγένους· Κληρονομίαν ἐνταῦθα ὠνόμασε τὴν φυ(σιν) (φύσιν) τὴν λογικὴν· κληρονομοῦσαν αὐτὸν· σοφί
(37) αν καὶ γνῶσιν· καὶ ἀληθῆ δικαιοσύνην· κληρονομία δέ ἐστιν φύσεως λογικῆς θεωρία· σωμάτων καὶ ἀσω
(38) μάτων· καὶ τοῦ αἰτίου τούτων θυ (θεοῦ)•
[= fons ignotus in Ps 2,8a (cf. PG 12, 1108 C8–13)] [left margin] Η´ [main text] |LINKING SIGN EIGHT| Ἀπειλεῖ αὐτοῖς ὁ προφητικὸς λόγος ὠς ποιμανεῖ αὐτοὺς ὁ ὑπ᾿ αὐτῶν
(39) στρωθεὶς (σταυρωθεὶς) ἐν ῥάβδω σιδηρᾶ (ῥάβδῳ σιδηρᾷ)· τῆ ῥωμαϊκῆ (τῇ ῥωμαϊκῇ) δηλονότι βασιλεία (βασιλείᾳ)· ἣν σίδηρον τροπικῶς διὰ τὸ ἰσχυρόν τε καὶ ἀρ
(40) ραγὲς ἡ τοῦ Δανιὴλ προφητεία καλεῖ· καὶ συντρίψει αὐτοὺς πηλίνων δίκην σκευῶν· ἐπειδὴ γὰρ αὐτὸν μόνον ἔχειν
(41) ἠρνήθησαν βασιλε(α) (βασιλέα)· ἐπέστησεν αὐτοῖς ὃν ἠτήσαντο (ᾐτήσαντο) καίσαρα· καὶ διὰ τῆς ἐκείνου στρατιᾶς· τῆς ἀσεβείας ποι
(42) νὴν εἰσεπράξατο· εἰ δέ τις μὴ περὶ ἰουδαίων· ἀλλὰ πε(ρὶ) τῶν ἐθνῶν ταῦτα εἰρῆσθαι νομίζει· οὕτω νοῆσαι προσήκει·
(43) ὅτι ποιμανῆ 〈ποιμανεῖ〉 τὰ ἔθνη· τῆ ἰσχυρᾶ (τῇ ἰσχυρᾷ) αὐτοῦ καὶ ἀρραγεῖ βασιλεία (βασιλείᾳ)· καὶ συντρίψει αὐτοὺς ὡς σκεύη κεραμέως· ἀναλύω(ν)
(44) καὶ ἀναπλάττων διὰ τῆς τοῦ λουτροῦ παλιγγενεσίας· καὶ τῶι (τῷ) πυρὶ τοῦ ἁγίου πνς (πνεύματος)· στερεμνίους ἀπεργαζόμενο(ς)·
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,9 (PG 80, 881 C2–D1) - quotation-abbreviated]
(45) [left margin] ἄλλω(ς) [main text] Tουτέστιν ἐν τῶ (τῷ) στρωι (σταυρῷ)· ἡ μὲν γὰρ ὕλη ξύλου· ἡ δὲ ἰσχὺς σιδήρου· τινὲς δὲ τὴν ῥωμαίων βασιλείαν• [= Hieronymus, fr. XXX in Ps 2,9a (Morin, PG 27, 68 B2–4; cf. PG 12, 1112 A7–8) - quotation] Ἡσυχ(ίου) Ἐν ἐξουσίᾳ ἰ
(46) σχυρᾶ (σχυρᾷ) πάντας τοὺς μὴ πειθομένους σοι λεπτυνεῖς•
[= Hesychius, schol. nr. 18–19 in Ps 2,9 (Antonelli) - quotation] ΕὐσεβίουὩς σκεύη κεραμέως συντρίψει αὐτοὺς· (αὐτούς·) οὐχ ὥσ
(47) τε ἀπωλέσαι (ἀπολέσαι) καὶ ἀναλῶσαι συντρίψει· ἀλλ’ ὥστε ἀναπλάσαι· πρὸς τοῦτο γὰρ σκοπὸς τῶ (τῷ) κεραμεῖ· συντρίβειν τὰ
(48) οἰκεῖα σκεύη ὅτ᾿ ἂν ἔτι ὑγιῆ καὶ ἀκέραιον σώζει τοῦ κεραμέως (sic!) τὴν διάπλασιν· οὐδέπω πυρὶ προσωμιληκότα·
(49) τούτοις δὲ μαρτυρεῖ· καὶ ὁ μακάριο(ς) Ἱερεμίας ὁ προφητ(ης) (προφήτης) λέ(γων)· ὡς ἐκ τοῦ θυ (θεοῦ)· ἢ καθὼς ὁ κεραμεὺς οὕτως οὐ δυνήσομαι
(50) τοῦτο ποιῆσαι ἡμῖν οἶκος ἰηλ (ἰσραὴλ) λέ(γει) κς (κύριος)
[Jer 18,6] τουτέστιν οὕτως καὶ διαπεσόντας ἀναπλάσαι καὶ πάλιν εἰς τὸ ἀρχαῖον ἀποκα
(51) ταστῆσαι•
[= fons ignotus in Ps 2,9b (PG 23, 89 D8–92 A7)] ΕὐσεβίουΤοὺς ἐπὶ σὲ συστάντας οὐκ ἠμέρω (ἡμέρῳ) ῥάβδω (ῥάβδῳ) ποιμαντικῆ (ποιμαντικῇ)· ὁποία (ὁποίᾳ) τοῦ χυ (Χριστοῦ) λογικῆ (λογικῇ) πρό
(52) βατα ῥάβδωι (ῥάβδῳ) ἐν ταῖς μάνδραις αὐτοῦ ταῖς ἐκκλησίαις καὶ ταῖς γραφικᾶς νομαῖς νέμεσθαι· συντρι
(53) βούση (βούσῃ) δὲ ῥάβδω (ῥάβδῳ) καὶ σιδερᾶ (σιδηρᾷ)· τῆ (τῇ) ῥωμαίων ἀρχῆ (ἀρχῇ)· μετὰ γὰρ τὴν χυ (Χριστοῦ) παρουσίαν ἐπεκράτησε{·} αὕτη[·] πάσης
(54) τῆς γῆς· ὡς εἰπεῖν· ἀνηρημένης (ἀνῃρημένης) ἀρχῆς· καὶ Δανιὴλ δὲ σιδηρᾶν αὐτὴν ἔφη τῆς εἰκόνος εἰπών· αἱ κνῆ
(55) μαι καὶ οἱ πόδες σιδηροῖ
[cf. Dan 2,33] λέγων· ὡς ἡ τετάρτη βασιλεία λεπτυνεῖ πάντα καὶ δαμάσει κατὰ τὸν σίδηρον· [cf. Dan 2,40]
(56) καὶ ἐφ᾿ ὃν αὐτὸς οἶδεν· καὶ ἰδοὺ ζῶον φοβερὸν τέταρτον· καὶ οἱ ὀδόντες αὐτοῦ σιδηροῖ· ἐσθίον καὶ λε
(57) πτύνον καὶ τὰ ὑπόλοιπα τοῖς ποσὶν αὐτοῦ συμπατῶν·
[cf. Dan 7,7] τοὺς τοίνυν ἐπεγνωκότας τὸν χν (Χριστὸν)· ὑπὸ τὴν
(58) μάνδραν αὐτοὺς γενομένους· ποιμαίνει εἰσάγων καὶ ἐξάγων ἐπὶ νομὰς ἀγαθὰς· [cf. Ps 22,1] ὥστε λέγειν αὐτοῦ ποί
(59) μνην εἶναι λογικήν•
[= Eusebius, fr. 10 in Ps 2,9 (Villani) - quotation] ἄλλω(ς) Τοῖς τοῦ νόμου προστάγμασιν· πάντα γὰρ ὅσα{ι} προστάσσει ὁ θεὸς ἰσχυ
(60) ρὰ ὡς σίδηρος· μὴ φυλάξαντες δὲ οἱ ἰουδαῖοι. συνετρίβησαν ὡς ὄστρακα ἄχρηστα· νόει δὲ σιδηρᾶν
(61) ῥάβδον τὸν σταυρὸν ὡς ἰσχυρόν•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,9 (Jacić) - quotation] τοῦ ☧῾ (Χρισοστόμου) Διατ(ί) (Διὰ τί) ὡς κεραμέως· (;) ἐὰν μὲν ὁ πηλὸς πέση (πέσῃ) ἔτι ὑγρὸς ὢν.
(62) ἀναλαμβάνεται· ἐὰν δὲ γένηται σκεῦος καὶ ἅπαξ πυρὶ προσομιλήση (προσομιλήσῃ) καὶ γένηται ξηρότατον ὄστρακον
(63) ἐπειδ᾿ ὰν (ἐπειδὰν) συντριβῆ (συντριβῇ)· οὐκέτι ἀνάληψιν ἐπιδέχεται•
[= Ps.-Johannes Chrys., hom. in illud - Exiit edictum (Lc 2,1) 2 (in Ps 2,9; PG 50, 798, 19–23) - quotation]
[margin bottom]
(1) † †
(2)

(28r)

[middle of the page] [bibletext]
[Ps (LXX) 2,10]
(1) ΘΚαὶ νῦν βασιλεῖς σύνετε· παιδεύθη
(2) τε πάντες οἱ κρίνοντες τὴν γῆν•
[Ps (LXX) 2,11]
(3) ΪΔουλεύσατε τῶι (τῷ) κωι (κυρίῳ) ἐν φόβωι (φόβῳ) καὶ ἀ
(4) γαλλιᾶσθε αὐτῶι (αὐτῷ) ἐν τρόμωι (τρόμῳ)•
[Ps (LXX) 2,12a]
(5) ΙΑΔράξασθε παιδείας μήποτε ὀργι
(6) σθῇ κς (κύριος)·
[Ps (LXX) 2,12b]
(6) καὶ ἀπολεῖσθε ἐξ ὁδοῦ δι
(7) καίας• [left margin] |DIVISION SIGN ONE|
[Ps (LXX) 2,12c]
(7) ΙΒὍτἂν (Ὅταν) ἐκκαυθῆι (ἐκκαυθῇ) ἐν τά
(8) χει ὁ θυμὸς αὐτοῦ•
[Ps (LXX) 2,12d]
(9) ΙΓΜακάριοι πάντες οἱ πεποιθότες
(10) ἐπ’ αὐτῶι (αὐτῷ)•
[main text] [commentary]
(1) [left margin] Θ‘ |LINKING SIGN NINE| [main text] Πάντων ὑμῶν ἐστι βασιλεὺς. ὁ πάλαι δόξας μόνων ἰουδαίων κρατεῖν· διὸ σύνετε• [= Theodoretus, comm. in Ps 2,10 - quotation] Διδυμ(ου) Νόει δὲ τὸ καὶ νῦν βασιλ(εῖς),
(2) ἀντὶ τοῦ κἂν νῦν τοῦ στρωθέντο(ς) (σταυρωθέντος) ἀναστάντο(ς) ἐκ νεκρῶν· (καὶ) φοβήθητε οἱ ἄρχοντ(ες) ἐγνωκότ(ες) ὡς ἔστι θς (θεὸς)· ὅπως ἂν
(3) τῆς ἐν φόβω (φόβῳ) δουλείας προκοπτικῶς πεπαυμέμ(ης)· ἀγαλλίασις ὑμῖν ἐπιγένηται· τοιοῦτ(ον) καὶ τὸ ἀλαλάξατ(ε) τῶι (τῷ)
(4) θωι (θεῷ) ἐν φωνῆι (φωνῇ) ἀγαλλιάσε(ως)· ὅτι κς (κύριος) ὕψιστο(ς) φοβερὸς· 〈φοβερός·〉
[Ps 46,2b-3a] τοιούτ(ου) γὰρ ὄντο(ς) ἀνάγνκη μετὰ τρόμου τὴν ἀγαλλίασιν ἔχειν•
[= Didymus, fr. 9 in Ps 2,10 - paraphrase-abbreviated] [... (2 character(s) left intentionally blank)]
(5) [left margin] ἄλλω(ς) [main text] Προτροπὴ εἰς μετάνοιαν· βασιλέας δὲ αὐτοὺς καλεῖ· εἰς ὅπερ εἶχον ἀξίωμα ἀνατρέχει πείθων· ἐλέχθη γὰρ
(6) πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὑπακούοντας θωι (θεῷ)· ὑμεῖς δὲ ἔσεσθέ μοι βασίλειον ἱεράτευμα· ἔθνος ἅγιον· [Ex 19,6] οὗ ἐξέπεσαν
(7) διὰ τὴν εἰς τὸν μονογενενῆ δυσσέβειαν•
[= fons ignotus in Ps 2,10 (cf. PG 12, 1113 C8–10)] ἄλλω(ς) Ἐὰν μὴ δύνησθε ἐπιγνῶναι, παιδεύθητε ἐκ τῶν θείων
(8) γραφῶν· ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ θς (θεὸς) ὐμῶν 〈ὑμῶν〉•
[= Hesychius, schol. nr. 21 in Ps 2,10b (Antonelli) - quotation] ἄλλω(ς)· Αὐτοὶ γὰρ μόνοι ἐξαπάντων (ἐξ ἀπάντων) τῶν ἐθνῶν· τωῖ μόνωι (τῷ μόνῳ) λατρευόντες
(9) θωι (θεῷ)· κατέκρινον τὰ ἔθνη θύοντα δαιμονίοις καὶ οὐ θω (θεῷ)• [left margin] Ϊ´ [main text] |DIVISION SIGN ONE| Οὐδὲ γὰρ δὴ μόνη τῆ (μόνῃ τῇ) φιλανια (φιλανθρωπίᾳ) θαρρῆσαι· ἀλλὰ
(10) φοβεῖσθαι καὶ τὴν ταύτη (ταύτῃ) συνημμένην δικαιοσύνην· ἀγαλλομένους ἐπὶ τῆ (τῇ) σρια (σωτηρίᾳ) καὶ χαίροντας. δεδιέναι
(11) καὶ τρέμειν· ὁ γὰρ δοκῶν ἐστάναι φη(σὶ) βλεπέτω μὴ πέσηι (πέσῃ)• [1 Cor 10,12]
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,11 (PG 80, 884 A5–9) - quotation] Δουλεύσατε αὐτῶ (αὐτῷ) λέγει· ἐν φόβω (φόβῳ) καὶ ἐν τρόμ(ω) (τρόμῳ)·
(12) καὶ ἀγαλλιᾶσθε ἐν τῆ βασιλεία (τῇ βασιλείᾳ) αὐτοῦ•
[= Hesychius, schol. nr. 22–23 in Ps 2,11 (Antonelli) - quotation] [left margin] ΙΑ´ [main text] |DIVISION SIGN TWO| Οὐ γὰρ ἀρκεῖ μόνης τῆς θεογνωσίας ἡ κτῆσις εἰς τελειότητα·
(13) ἀλλὰ χρὴ καὶ τὴν πρακτικὴν μετελθεῖν ἀρετὴν·
(14) ἧς ἐπιλαβόμενο(ι) τὴν ἀπλανῆ πορείαν ὁδεύσατε•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,12a–b - quotation]
(15) Τῆς εὐαγγελικῆς δηλονότι• [= Athanasius, schol. in Ps 2,12a - quotation] Δύναται (δὲ) καὶ πρὸ(ς)
(16) τὸ δράξασθαιε (δράξασθε) παιδείας νοεῖσθαι· δηλοῦντο(ς) τοῦ λό(γου)·
(17) ὅτι ὄντες ἐν τῶ βίωι τούτω (τῷ βίῳ τούτῳ) παιδεύθητε· τὸ δὲ πε
(18) ποιθέναι ἐμφαίνει· πίστιν μετελπίδος (μετ᾿ ἐλπίδος) ἀπτώτ(ου)
(19) βεβαιωτάτης 〈βεβαιοτάτης〉· οὐδὲ γὰρ ἐν τοῖς δοκοῦσι χαλε
(20) πωτάτοις καιροῖς ὁ πεποιθὼς ἀπογινώσκει τὴν
(21) τοῦ κυ (κυρίου) εἰς αὐτὸν παρουσίαν•
[= Origenes, fr. in Ps 2,12d (cf. PG 12, 1117 B1–5) - quotation] Ῥιζώσατε ἐν τῆ (τῇ)
(22) τοῦ κυ (κυρίου) διδασκαλία (διδασκαλίᾳ)· μήποτε ὡς ἀμελούντων
(23) ὑμῶν καὶ καταφρονούντων ὀργισθῆ (ὀργισθῇ) καὶ ἀναξί
(24) ους ἡμᾶς ἡγήσηται τῆς ἐκ δεξιῶν στάσεως τῶν
(25) ἁγίων αὐτοῦ•
[= Hesychius, schol. nr. 24–26 in Ps 2,12a–b (Antonelli) - quotation] [left margin] IB´ [main text] Τὸ ἐν τάχει· τῶ (τῷ) δράξασθε παιδείας
(26) ἀποδοτέον καθυπερβατὸν (καθ’ ὑπέρβατον) εἰρημένον· δράξασθε
(27) παιδείας ἐν τάχει· καὶ ἔτι ἐν τῶ βίω τούτω (τῷ βίῳ τούτῳ) τυγχά
(28) νοντες· μήποτε ῥαθυμούντων ὑμῶν· ὀργισθῆ (ὀργισθῇ)
(29) κς (κύριος)· καὶ ἀπόλησθε ἐξ ὁδοῦ δικαίας•
[= Cyrillus, fr. in Ps 2,12c (cf. PG 69, 725 A5–9) - quotation] Ἡσυχ(ίου)· Τὸ μέλ
(30) λον ὑπογράφει· ἐν ὧ (ᾧ) μετὰ τάχους ὀργίζεται· ὡς ὀ
(31) φείλων τῆ τιμωρία (τῇ τιμωρίᾳ) σφραγίσαι τὴν ἀπόφασιν· ἐν
(32) ταῦθα θυμοῦται μὲν οὐ μὴν ἐν τάχει· ἀλλὰ μά
(33) κροθύμως· μαλθακὸν τὸ πῦρ ἀνάπτων τῆς ὀργ(ῆς)·
(34) ἴσως τίς αὐτὸ σβέσει· τῶ δακρύω (τῷ δακρύῳ) τῆς μετανοίας•
[= Hesychius, comm. magnus in Ps 2,12c - quotation]
(35) Ὅτἂν (Ὅταν) ἐν τῆ (τῇ) [κρίσει] ὁ θυμὸς τοῦ θυ (θεοῦ) ἐκκαίηται· ἐπὶ τοὺς
(36) ἁμαρτωλοὺς ὡς κλίβανος· τότε οἱ δίκαιοι μακαρίζονται· ὡς ἐν τῶι (τῷ) κωι (κυρίῳ) πεποιθότες καὶ μισθὸν λαμβά
(37) νοντες•
[= Hesychius, comm. brevis in Ps 2,12c–d (Jacić) - quotation] Ὅτἂν (Ὅταν) τὸ πῦρ τῆς ἐκδικήσεως προπορεύηται· ἔμπροσθεν αὐτοῦ τοῦ θυ (θεοῦ) ἡμῶν• [= Hesychius, schol. nr. 27 in Ps 2,12c (Antonelli) - quotation] |DIVISION SIGN THREE| [... (6 character(s) left intentionally blank)]
(38) [left margin] IΓ´ [main text] Ἐν γὰρ τῶ (τῷ) τῆς κρίσεως καιρῶ (καιρῷ) τῆς ὑμετέρας κακίας οἷόν τινος ὕλης εὐπρήστου καθάπερ{·} πῦρ[·] τὴν θείαν
(39) ἐκκαιούσης ὀργὴν· πόρρω ποῦ 〈που〉 γενήσεσθε τῆς τῶν δικαίων ὁδοῦ· δίκας τίνοντες· ὧν κατὰ τόνδε τὸν βίο(ν)
(40) πεπλημμελήκατε•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,12c–d (PG 80, 884 B10–15) - quotation] Εἰ καὶ κατὰ τὸν παρόντα βίον τὸν μακαρισμὸν ἔχουσιν οἱ τῆς ἀρετῆς ἀ
(41) θληταὶ· ἀλλ’ οὖν ἀληθέστερον αὐτὸν κατεκείνην (κατ’ ἐκείνην) δέξονται τὴν ἡμέραν· καθἣν (καθ’ ἣν) οἱ πονηρία (πονηρίᾳ) συνεζηκότες τὴν
(42) θείαν ὀργὴν ἐπισπάσονται•
[= Theodoretus, comm. in Ps 2,12c–d (PG 80, 884 C4–8) - quotation] Ἡσυχ(ίου) Ἐν τῶ καιρῶ (τῷ καιρῷ) φη(σὶ) τῆς κρίσεως τοῦ θυ (θεοῦ) ὃς ἐπιστήσεται ἐν τάχει· – βραχὺς γὰρ
(43) πᾶς ὁ ἐνεστὼς βίος· – οἱ πεποιθότες ἐπὶ τὸν διόλου τοῦ ψαλμοῦ προφητευθέντα χν (Χριστὸν)· μακάριοι εὑρεθήσοντ(αι)•
[= Eusebius, fr. 11 in Ps 2,10–12 (Villani) - quotation]
(44) Μακάριοι πάντες οἱ τὴν ἐλπίδα ἔχοντες εἰς αὐτόν• [= Hesychius, schol. nr. 28 in Ps 2,12d (Antonelli) - quotation] Οἱ δὲ εἰς αὐτὸν ἀδιστάκτως ἐλπίζοντες· λήψονται
(45) τῆς ἐλπίδος μισθὸν· τὸν μακαρισμὸν ἐκεῖνον τὸν ἐπέρασ[τ]ον· ἐν τῆ ἀτελευτήτω ζωῆ (τῇ ἀτελευτήτῳ ζωῇ) τοῦ αἰῶνος τοῦ μελ
(46) λοντος· ὅτε ἀποδίδωσιν ἑκάστω (ἑκάστῳ) κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ ἀπολαμβάνουσιν οἱ δίκαιοι· ἃ ὀφθαλμὸς
(47) οὐκ οἶδεν καὶ οὖς οὐκ ἤκουσεν· καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνου (ἀνθρώπου) οὐκ ἀνέβη· ἃ ἡτοίμασεν ὁ θς (θεὸς) τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν•
[1 Cor 2,9]
[= fons ignotus in Ps 2,12d]

Occuring authors:

Quotations: